Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es

21/01/21

Γιάννης Λειβαδάς: Για τον Γουόλτ Γουίτμαν

Το παρόν κείμενο ακυρώνει πλήρως το συνοπτικό που δημοσιεύθηκε προ δεκαετίας σε λογοτεχνικό περιοδικό, το οποίο ήταν πρόχειρο και κατ’ ανάγκη ενδεικτικό ενός εκτενούς δοκιμίου που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 2007. Συνοδευόταν άλλωστε από αντίστοιχο ενημερωτικό σημείωμα. Το προς δημοσίευση δέχθηκε μια συνολική «διορθωτική» επιμέλεια η οποία το αποσυνέθεσε και του δημιούργησε συγκεκριμένα προβλήματα. Το γεγονός πως εκείνα τα χρόνια ο υποφαινόμενος δεν ενδιαφερόταν περισσότερο για την ποίηση απ’ όσο για ένα μπουκάλι ουίσκι, δεν δικαιολόγησε τη συγκεκριμένη πρακτική, το κείμενο μετά την επιμέλειά του έπρεπε να σταλεί ξανά στα χέρια του για τελική έγκριση ή να επιστραφεί ως ακατάλληλο προς δημοσίευση – η δεύτερη επιλογή ήταν η δέουσα. Η πρώτη ανευθυνότητα βεβαίως βαραίνει τον συγγραφέα και όχι τον υπεύθυνο ύλης του περιοδικού. Ας είναι. Άλλες εποχές άλλα ζητήματα. Ούτως ή άλλως καθετί δεν συμβαίνει παρά στην προοπτική της σημασίας του. Απόμεινε ότι και όπως ήταν να απομείνει.

Στη συνέχεια, παρά την προσπάθεια να εντοπιστεί στο αρχείο μου, η ανάκτησή του αρχικού δοκιμίου κατέστη τελικά αδύνατη καθώς το αρχείο παρέμεινε για πολλά χρόνια διασπαρμένο σε παλαιού τύπου δισκέτες, φωτοαντίγραφα χειρόγραφων και δακτυλογραφημένες σελίδες. Εδώ παρουσιάζονται ως ένα τα δύο μέρη που εντέλει διασώθηκαν.

Άρχισα να εντοπίζω με αφορμή το έργο του Γουίτμαν τα απότοκα του φαινομένου της ανάδειξης και της αναγνώρισης μιας έντονης ποιητικής έκφρασης που δεν είναι σε δομικο-θεματικό επίπεδο ουσιώδης, ή, έστω, μιας έκφρασης που αποζητά να αποκτήσει εύρος και ουσία μέσω της έντασής της.

Ο Γουίτμαν μπορεί να ταλανίστηκε ανεπιτυχώς για την ουσία, κι αυτό να αποτέλεσε κάτι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο και διδακτικό, μα η «σχολή» που προέκυψε από την απρόσεκτη ανάγνωση του έργου του αποτέλεσε επικυρωτικό παράδειγμα εξευτελισμού της ποίησης και μετατροπής της σε στιχοποιία κοινωνικής θεωρίας. Κατ’ αυτό, όταν μιλά κανείς για «γουιτμανικούς» ποιητές οφείλει να καταρτίζει αναλόγως τα δεδομένα του.

«Σου ζητώ ν’ απορρίψεις παντοτινά όσους με αναλύσουν, γιατί δεν μπορώ ν’ αναλύσω τον εαυτό μου»1. Η ποίηση, όντας μια τέχνη που προσεγγίζει την πνευματική ιδιαιτερότητα σχεδόν όπως η φιλοσοφία μα με διαφορετική συλλογιστική δομή και κειμενική τάξη, δεν αποδίδει τόσο ιδιότατες εμπειρίες όσο αποδίδεται η ίδια μέσω αυτών. Τα αντικείμενα της προσωπικότητας και της ατομικότητας αποτελούν κλειδιά για την ανάγνωση του έργου του και την διευκρίνηση των συστατικών του θεμάτων.

Ο Γουίτμαν ήταν ένας φιλελεύθερος ποιητής, εξίσου φιλελεύθερος ως Αμερικανός πατριώτης, αφοσιωμένος στο όραμα των Τζέφερσον/Λίνκολν κι ως ενός σημείου ομόθυμος προς τα ιδεώδη του Θορό και του Έμερσον. Το πατριωτικό στοιχείο υπήρξε στη ζωή και στο έργο του ισχυρότερο από κάθε άλλο, το εξιδανικευτικό όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών επικαθόρισε το νόημα της πνευματικότητας μα και τη σύσταση του κοσμοπολιτισμού που τον χαρακτήριζαν.

Ο Γουίτμαν ήταν πιθανώς ο πρώτος Αμερικανός ποιητής που προσέλκυσε σε τέτοιον βαθμό το ενδιαφέρον ανθρώπων με ιδεολογικές και πολιτικές ανησυχίες, ανεξαρτήτως παρατάξεων και πρακτικών, διότι το έργο του συχνότατα δεν αντιμετωπίστηκε ως ποίηση μα ως άποψη προς διάδοση σε μορφή ποίησης και από τα μέσα του εικοστού αιώνα ορισμένες λεπτομέρειες της ιδιωτικής του ζωής άρχισαν παραδόξως να προσδίδουν περισσότερο νόημα και προοπτική στο έργο του απ’ όσο οι προδιαγραφές και οι επιδόσεις του. Βεβαίως οι λεπτομέρειες αυτές ήταν ειδικά επιλεγμένες διότι στο σύνολό της η στάση του ποιητή απέναντι σε καίρια θέματα και προβλήματα κάθε άλλο παρά υποστήριζαν ένα τέτοιο, ευρύτερα επιθυμητό, πορτρέτο. Κι ασφαλώς εκείνη η απόπειρα του ποιητή να αναμειχθεί έμπρακτα στην πολιτική σκηνή δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απέλπιδα προσπάθεια να δημιουργήσει ένα ψηφοφορικό κοινό το οποίο θα μπορούσε μια δεδομένη στιγμή να μετατραπεί σε αναγνωστικό. Η αποτυχία αυτή φυσικά ήταν προδιαγεγραμμένη και δεν ήταν η μόνη.

Με δάσκαλο τον ίδιο του τον εαυτό, νιώθοντας πως ο ποιητής οφείλει να είναι άνθρωπος πλήρης (εμπειρικός και σκεπτόμενος), με την αυτοπεποίθηση ενός πανοραματικού πνεύματος, ο Γουόλτ Γουίτμαν συνέγραψε τα περίφημα ποιήματά του που αποτέλεσαν την συγκεντρωτική συλλογή «Φύλλα Χλόης». Εξίσου μυημένος στην μεταφυσική του πνεύματος, όσο και στην ιερότητα της σπατάλης του ανθρωπίνου δράματος, ο Γουίτμαν συνέθεσε ποιήματα που έμελλε να παίξουν τον ρόλο της πιο αξιόπιστης και απρόσβλητης μήτρας της Αμερικανικής ποίησης, αποτέλεσαν τη Βίβλο της. Ο άνθρωπος και ποιητής Γουίτμαν εμφανίστηκε παράδοξος και προκλητικός εξαιτίας των ασυνήθιστων μέτρων του. Μάλλον ο πρώτος (μετά τους Άγγλους Μίλτον και Μπλέικ) τόσο εύχυμος και με απίστευτη περιεκτικότητα ποιητής του δυτικού ημισφαιρίου, που δεν άφησε σχεδόν τίποτα έξω από την ποίησή του. Ο Γουίτμαν απέδειξε αποφασιστικά πως οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και οι φιλόλογοι δεν μπορούν να συνδράμουν στη δημιουργία του νέου ανθρώπου, και πως η δημοκρατία απορρέει αποκλειστικά από ηθικές και πνευματικές αξίες, όχι από τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και σκέψης των κοινωνιών. Ο Γουίτμαν ανέλαβε να αντικαταστήσει τους ημίθεους της αγγλικής παράδοσης και του γλαφυρού βικτοριανού αισθηματισμού με τον νέο και προκλητικό Θεό που φανερώθηκε στις ποιητικές του συνάψεις. Στην εποχή της πάντως η ποίησή του, πέραν της άμεσης και ενθουσιώδους επικρότησης του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον, κρίθηκε από πολλούς ως ανούσια και άξεστη, μα από άλλους εκτιμήθηκε ως καινοτόμος και κομβικής σημασίας. Στην πορεία ο Γουίτμαν δικαιώθηκε απόλυτα με την εμφάνιση Αμερικανών ποιητών που ανεξάρτητα από τις προσδοκίες και τα οράματά τους κατέδειξαν τη δυναμική των ιδεών και του ύφους του στο έργο τους.

Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα αληθινά παραδείγματα «γουιτμανισμού» ήταν λίγα, κατόπιν έγιναν περισσότερα καθώς αρκετοί ποιητές εντόπισαν στο πνεύμα του έργου διαστάσεις που ανταποκρίνονταν στο αίσθημα και το βίωμα κατάρρευσης και αναπάντεχης μεταβολής της σύγχρονης ζωής και των τρόπων αντίληψής της.

Το 1892 με το συνολικό του ποιητικό έργο, ο Γουίτμαν δημιούργησε αυτό που σήμερα θεωρούμε «αμερικανική ποίηση», σύμφωνα με οιαδήποτε φιλολογική έννοια. Ως τότε η ποίηση της Αμερικής δεν ξεχώριζε σε τίποτα από την αγγλική. Ο Γουίτμαν δεν κατοχύρωσε απλά τη νέα, καθημερινή αμερικανική ομιλία, αλλά έδωσε φωνή στις ίδιες της αμερικανικές πολιτείες, καταθέτοντας στην ποίησή του το πνεύμα αυτοτέλειας, ευρύτητας και ιδιορρυθμίας αυτού του νέου έθνους με μία ανεξαρτησία όμως που σαφέστατα ξεπερνούσε ακόμη και την ίδια του την πατρίδα. Ο ποιητής ωθήθηκε και ώθησε την Αμερική σ’ ένα άφταστο μέλλον.

Ο Γουίτμαν δεν επιδοκίμασε απλώς τα «θυελλώδη και κυκλώνεια» κηρύγματα του Έμερσον, προσέφερε και ο ίδιος στην ανάρρηση της νέας εκείνης φιλοσοφικής σχολής, ακόμη κι αν οι δικές του απόψεις δεν μπόρεσαν παρά να τοποθετηθούν στα όρια του Υπερβατισμού. Μαζί μ’ αυτόν, όμως, και τον Χένρι Ντέιβιντ Θoρό, εκείνη η φιλοσοφική θεωρία περί  «φυσικού ανθρώπου» έφτασε στο απόγειο της, η κατοπινή της κατάρρευση στο εύρος πιο συγκεκριμένων και ειδικότερων ερωτημάτων αποδείχθηκε παρόλα αυτά εποικοδομητική για τις αποκαλύψεις που προσέφερε. Ο αισιόδοξος πραγματισμός του, η εξυμνητική του χάρη και η αντίστασή του στην πεσιμιστική ηθικολογία, δεν άρκεσαν, καθώς η θεωρητική «συνύπαρξη» των αντιθέσεων της φυσικότητας και της υπερβατικότητας, της εντέλειας και της ουτοπίας, της ατομικότητας και της κοινωνικότητας κτλ, αποδείχθηκε πως ανέκαθεν συνέβαινε ως ενότητα, και μια υποχώρηση προς την υπαρξιακή νομοτέλεια άλλαξε τον τόνο και την αίσθηση της ποίησής του.

Ο Γουίτμαν έγραψε σχεδόν σαν «βάρβαρος», άσεμνος και προκλητικός. Οι στίχοι του ανέκυψαν από ένα χάος, μιαν απεραντοσύνη στην οποία συμμετέχουν και ανταποδίδουν τα πάντα. Ο «Θεός» στον Γουίτμαν ήταν άλλος, όχι ο γνωστός μας Θεός· ο ίδιος ο ποιητής ήταν ένα μέγεθος μελλοντικό και αξιοποιούσε καθετί από το Όλον· η Αμερική δεν ήταν η αμιγώς εθνική πατρίδα μα ο δείκτης ελευθερίας για την ανάταση όλων των εθνών.

Το λογοτεχνικό σώμα καθυστέρησε τραγικά να ερμηνεύσει το μήνυμά του,  σχεδόν όλοι οι «επιφανείς» Αμερικανοί ποιητές μετά απ’ αυτόν, θεωρήθηκαν αναιτιολόγητα «γουιτμανικοί», το έργο του διαστρεβλώθηκε από τις δήθεν εξεζητημένες προσεγγίσεις κριτικών και γραφιάδων που κατόπιν θεωρήθηκαν βαρυσήμαντες με τη συνδρομή της ακαδημαϊκής αυθαιρεσίας.

Είναι ξεκάθαρο πλέον πως ο Γουόλτ Γουίτμαν ήταν εκείνος που εγκαινίασε μία νέα εποχή στα παγκόσμια γράμματα· την εποχή που ο ποιητής αναλαμβάνει κι ευθύνες που αναλογούν στον οδηγητή της κοινωνίας, και όχι μόνο του σοφού παρατηρητή ή διανοητή που συνδράμει επιλεκτικά στην επίλυση των «μειζόνων προβλημάτων» της ανθρωπότητας. Ο ποιητής αποτιμά με σφοδρότητα και επαναξιολογεί τα πάντα – στη νέα ιεράρχηση το μυστηριακό καταλαμβάνει την θέση ουσίας του σύμπαντος και συνάμα κάθε δογματισμός παύει να εγκαλεί και να προσδιορίζει οποιαδήποτε πτυχή της ζωής. Όλο σχεδόν το ποιητικό έργο του Γουίτμαν διαπνέεται από ένα όραμα σύνδεσης της εμπειρίας με την ενόραση και την επιζήτηση μεταφυσικού προσδιορισμού. Κάθε εξύμνηση προβάλει κι από ένα νόημα δίχως να συνοδεύεται υποχρεωτικά από αίτημα διότι το συνολικό ανθρωπιστικό αίτημα δεν επιδιώκει κάτι μα επιδιώκεται μέσω ενός νέο νοήματος το οποίο προάγεται ως προσπέλαση που τεκμηριώνεται διότι επιδέχεται ατελώς αλλαγές. Σύμφωνα με αυτό, οι αναθεωρήσεις των απόψεων του Γουίτμαν σε πολλά θέματα της κοινής και της ατομικής εμπειρίας σε συνάφεια με την ποίηση και ουκ ολίγες απ’ τις χαρακτηριστικές της κορυφώσεις, ήταν αξιοσημείωτες και προσέδωσαν στο έργο έναν χαρακτήρα πειραματικής επιδίωξης για την οποία τα χρόνια της ζωής του δεν αρκούσαν. Εξ ου και τόσες αναθεωρήσεις των «Φύλλων Χλόης».

Τα σημαντικά μέρη του ποιητικού του έργου του δεν ξεπερνούν σε έκταση τις 60-65 σελίδες, χρειάζεται όμως να επικεντρωθεί κανείς και στα πεζά του καθώς ό,τι δεν κατάφερε στα ποιήματά του το κατάφερε στα πεζά του, και το αντίστροφο.

Η ζωή που ο Γουίτμαν επέλεξε, τον έκανε πολλές φορές να αμφιβάλλει για την απτότητα του φυσικού κόσμου, του έδινε την αίσθηση μιας ψυχής που καταλήγει μαζί με το σαρκίο, μιας πραγματικότητας που το αίνιγμα της δεν ήταν κοινό μ’ εκείνο της Δημιουργίας. Τότε εκείνο που απέμενε ήταν ο γλυκός καθησυχασμός και η έκσταση της ανθρώπινης επαφής που κατ’ έναν τρόπο διέλυαν την αβεβαιότητα και επήγαγαν εμπειρικά την κοσμική Τάξη. 

Αρχικά ο Γουίτμαν θεωρούσε τον εαυτό του επίλεκτο μεσάζοντα εξύμνησης της δύναμης που υπερέβαινε όλες τις δυνάμεις και λειτουργό μιας έμπνευσης στην οποία αμέθοδα αποκαλύπτονταν τα πάντα. Αργότερα, κατασταλάζοντας περισσότερο, απέδωσε την αίσθηση ενός μυστικισμού λιγότερο πληθωρικού μα πιο συγκεκριμένου, ο οποίος δίεπε απ’ άκρη σ’ άκρη την υλικότητα: «ένα αχανές άφωνο ομοίωμα – κι όμως ίσως να ‘ναι η πιο αληθινή πραγματικότητα και ο πλάστης των πάντων»2. Όμως παρότι αντιπαρατίθετο, υπό μία έννοια, σε όλες τις μορφές πνευματικής πειθαρχίας, δεν παρέκκλινε δημιουργικά από εκείνη που είχε θεσπίσει για τον εαυτό του, εξ ου και οι, μεταξύ τους διαμετρικά αντίρροπες και αταίριαστες, ισχυρές μολαταύτα, κλίσεις όπου πέρα απ’ τον ιδιωτισμό, τον νατουραλισμό και τον ιδεαλισμό εντοπίζει κανείς στοιχεία ολοκληρωτικών ιδεών. Αξιοπρόσεκτη υπήρξε επίσης η διάκριση της εξυμνητικής ενατένισης του σώματος και της ύπαρξης, απ’ την «απόλυτη εξουσία της αόρατης ψυχής»3.

Το ζήτημα της άρρηκτης σύνδεσης των πάντων τον έστρεψε σε μια αναζήτηση εντοπισμού του αληθινού χαρακτήρα και των συνδετικών ορίων του ενός και του κανενός, των πάντων και του τίποτα – η οποία μολονότι εμπλούτισε την ποίησή του δεν απέφερε ουσιαστικά καρπούς. Αυτή η μελετώμενη σύγχυση όμως είχε τη δική της ομορφιά, η οποία στην εποχή της ήταν πρωτόγνωρη.

Τα ποιήματα του Γουίτμαν είναι υψηλών απαιτήσεων. Η ένταση της γουϊτμανικής λύρας προϋπέθετε την καταστολή κάθε ψήγματος «καλλιτεχνικής» ευσχημοσύνης ώστε να μην υποβαθμιστεί το ταμπεραμέντο του ποιητή, ενώ η γλώσσα κυμαινόταν από την σχεδόν άγαρμπη ευθύτητα του καθημερινού λόγου, ως τις κορυφώσεις μίας ιδιάζουσας συγκινησιακής έξαψης – οι οποίες εξάλλου ήταν εκείνες που έκαναν τον ποιητή να ξεχωρίσει τόσο πολύ από τους ποιητές της εποχής του.

Από το 1860 ο Γουίτμαν άρχισε να αποκτά επίγνωση των πρώιμων, αρκετά ανεπεξέργαστων ισχυρισμών του -όπως εκείνης της χαρακτηριστικής εντύπωσης μιας ζωτικής ώσης που αποκάλυπτε αδιάλειπτα τη μυστικιστική έξαρση της νεότητας- οι οποίοι μπορεί να τον είχαν εισάγει σε μια νέα ποιητική μα δεν τον είχαν οδηγήσει σε κάποια κορυφαία ποίηση, η συνειδητοποίηση πως η απουσία παιδείας και πολιτισμού αποτελούσε εμπόδιο για την προσπέλαση του παγιωμένου περιεχομένου, τον ώθησε σε νέα μεταβολή, στη διάρκεια της οποίας δεν αναγνώρισε μόνο την άκρα υποκειμενικότητα των πιο ισχυρών του εντυπώσεων μα και την αδυναμία του να διεισδύσει βαθύτερα από τους σημαντικότερους προγενέστερους ποιητές στο μυστήριο της ανθρώπινης και της συμπαντικής διάστασης.

Μια νέα περίοδος ξεκίνησε στη ζωή του κατά την οποία οι συλλογισμοί του παρουσίασαν αξιοπρόσεκτη ταύτιση με εκείνους του Τόμας Κάρλαϊλ,  και με ορισμένες τοποθετήσεις που άνθισαν στα πλαίσια του Ουνιταρισμού και του Ενωτικού Οικουμενισμού. Ο Γουίτμαν επανεξέτασε καθετί συσπάτο από ζωντάνια στους αντικρυστούς καθρέπτες της ποίησής του: τη μεταφυσική ένταση και τον οίστρο της προφητείας.  Και οι δυο δεν έγιναν κατανοητές ως παθητικά φαινόμενα, αλλά διατηρούντο ως διπλή αφαιρετική αρχή και οντολογική συνθήκη κάθε εμπειρίας.  «… Μια θεόρατη ατομικότητα, όχι μόνο σωματικά τέλεια - όχι ικανοποιημένη με τα όποια αποθέματα της διάνοιας και της μάθησης, αλλά θρησκευόμενη, που κατέχει την ιδέα του απείρου (πηδάλιο και σταθερή πυξίδα μέσα σε αυτό το ταραχώδες ταξίδι, πάνω στο πιο σκοτεινό, άγριο κύμα, μέσ’ απ’ τον πιο θυελλώδη άνεμο, της προόδου του ανθρώπου ή του έθνους) – η οποία συνειδητοποιεί, πάνω από τα υπόλοιπα, πως η γνώριμη ανθρωπότητα, με τη βαθύτερη έννοια, είναι εύλογη προσκόλληση στον εαυτό της, για σκοπούς που την υπερβαίνουν - και ότι, τελικά, η προσωπικότητα της θνητής ζωής είναι πιο σημαντική αναφορικά με τον αθάνατο, το άγνωστο, το πνευματικό, το μόνο παντοτινά αληθινό, το οποίο όπως ο ωκεανός περιμένει και δέχεται τα ποτάμια, μας περιμένει όλους και τον καθένα ξεχωριστά.»4

Το γεγονός πως ο Γουίτμαν δεν διαφοροποιήθηκε αναφορικά με το νομοτελειακό νόημα του πως το σχεσιακό είναι υποτυπώδες ενώ το υπερβατικό είναι απόλυτο και διαπνέει συναισθήματα και προθέσεις, σημαίνει πως οτιδήποτε ανέδειξε σε κοινωνικό και αισθητικό επίπεδο προσδιορίζεται απ’ ένα πνεύμα μεταφυσικής – δεν ισχύει το αντίθετο, κι αυτό είναι απορίας άξιο διότι κάτι τέτοιο εξετάζεται ως επί το πλείστον ως δεδομένο που αντιπροσωπεύει συνολικά το έργο του, παρότι σ’ αυτό η ύπαρξη οδηγείται από έναν απώτατο φυσικό νόμο τον οποίο εκπληρώνει και οι σημασίες προσεγγίζουν περισσότερο τις θέσεις, λόγου χάρη, του Επίκτητου παρά κάποια κοινωνική ή πολιτική θεωρία.

Ο Γουίτμαν αντιτάχθηκε στον θεσμικό περιορισμό, στην ακυρωτική τυπικότητα, συγκεκριμένων λειτουργειών και φαινομένων, όχι στις καθαυτό λειτουργείες και στα καθαυτό φαινόμενα.

Η ποίηση εμπεριέχεται σε μια γενική και ατελή αρχή μυστικισμού, είτε αυτό εξυπηρετεί και διευκολύνει κάποιους είτε όχι. Είτε αυτό είναι σήμερα ευρύτερα αποδεκτό είτε όχι. Η μεταφορική φαντασία μέσω της οποίας η ποίηση δύναται να αποκαλυφθεί, εξαρτάται από τη διάκρισή της προς την ατελή αρχή του μυστικισμού γιατί στη διάκριση αυτή τίθεται η πιθανότητα μιας ποιητικής πληρότητας και ενός πιθανού νοήματός της.

Μετς, 2007

 _____________

1, 2, 3, 4: αποσπάσματα από το έργο του Γουίτμαν σε μετάφραση του Γ. Λ. 

© Απαγορεύεται η χρήση όλου ή μέρους του κειμένου δίχως την άδεια του συγγραφέα. 

 

 

 





Αρχειοθήκη ιστολογίου