«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Γιάννης Λειβαδάς, συνέντευξη στο Literature.

https://www.literature.gr/fakelos-elliniki-poiisi-2018-2019-giannis-leivadas/
















Μπορεί η ποίηση να λειτουργήσει ως οδηγός επιβίωσης στις μέρες μας;
Η ποίηση δεν μπορεί να σχετιστεί με όρους επιβίωσης, καθότι είναι τέχνη. Το επιβιωτικό στοιχείο αφορά συνολικά τον άνθρωπο ως κοινωνία και ως ατομικότητα, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ποιητής. Υφίσταται αυτή την εποχή ένα παγκόσμιο κίνημα το οποίο χρησιμοποιεί αυθαίρετα και καταχρηστικά τον όρο «ποίηση» προς αποφυγή των πραγματικών του ευθυνών και υποχρεώσεων. Το ερώτημα θεωρώ πως αφορά τους ανθρώπους που συνθέτουν, συνειδητά ή όχι, το κίνημα αυτό.

Η ποίηση μπορεί να είναι επαναστατική, υπερβατική, αφαιρετική, συνθετική, να δηλώνει φυγή από τα αισθήματα, άρση των αντιφάσεων ή ακόμα και καταφυγή μέσα στις αντιθέσεις. Στις μέρες μας μπορεί να αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, ώστε να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον στις κοινωνίες;
Η ποίηση είναι ένα πράγμα και όχι δύο, μολονότι δημιουργείται και εκτίθεται με διττό τρόπο. Η αυτότητά της καταστρέφεται ώστε να συνθέσει την ετερότητά της. Για τον ποιητή δεν υφίσταται καταφυγή, μόνον ο αναγνώστης της ποίησης καταφεύγει. Το ζήτημα της όποιας μεταστροφής μπορεί να προκαλέσει, αφορά μονομερώς τους αναγνώστες ή ακόμη και τους παρατηρητές. Η ποίηση διασαλεύει και μεταστρέφει, η αναγνώριση και η αποδοχή της μεταστροφής ή της διασάλευσης αφορά μόνο τον αποδέκτη. Η δυνατότητά της δεν κρίθηκε μήτε κρίνεται από την ικανότητα του αποδέκτη. Η ποίηση άπαξ και δημιουργηθεί έχει ολοκληρωθεί, απομένει να προχωρήσει σε νέα δημιουργία, νέα ολοκλήρωση. Η κοινωνία εάν θέλει να υποστεί μεταστροφή οφείλει πρωτίστως να αναγνωρίσει την ανάγκη μεταστροφής, το πού θα καταλήξει, το πώς θα εξελιχθεί δεν συνδέεται με την ποίηση καθόσον από την πλευρά της ποίησης δεν παρέχεται οδηγία ή εντολή. Το μόνο που μπορεί κανείς να θίξει με βεβαιότητα είναι πως η ποίηση δεν λήφθηκε ποτέ υπόψη στο προχώρημα της κοινωνίας, αντιθέτως, σύμφωνα με τις εξελίξεις και την κατάληξη, είναι προφανές πως η ποίηση παρέμεινε εκτός, με ευθύνη της κοινωνίας όχι ποιητών∙ όσο και αν η ποίηση χρησιμοποιήθηκε, και χρησιμοποιείται σήμερα ακόμη περισσότερο, ως ψιμύθιο της κοινωνικής αποσύνθεσης.

Πότε γράφει κανείς ποίηση; Όταν δονείται από το πάθος των συναισθημάτων ή όταν απομακρύνεται από αυτό και βλέπει καθαρότερα;
Οι δύο περιπτώσεις του ερωτήματος θεωρώ πως δεν συνδέονται με τη δημιουργία της ποίησης. Κατ’ αυτούς τους δύο τρόπους γραφόταν ένα μέρος της ποίησης έως τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Έκτοτε συνέβησαν αξιοσημείωτα φαινόμενα, τόσο στο πεδίο της προσπάθειας να γραφτεί ποίηση όσο και στο πεδίο της ποίησης.

Ο Βαλερύ έλεγε ότι: «ένα Ποίημα δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο εγκαταλείπεται». Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;
Δεν συμφωνώ σε τίποτε με τον μακαρίτη.

Πότε περιορίζεται η ποιητική δύναμη ενός ποιητή; Ποτέ. «Ο καθείς και τα όπλα του», έλεγε ο Ελύτης. Ποια πρέπει να είναι τα όπλα ενός ποιητή στην υπηρεσία της ποίησης;
Προφανώς ο εν λόγω κύριος εννοούσε τα εφόδια για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Τόσο τα εφόδια όσο και ο σκοπός με αφήνουν αδιάφορο.

Πώς αρχίσατε να ασχολείστε με την ποίηση;
Δεν γνωρίζω, μπορώ όμως να προσεγγίσω αμυδρά ένα περιστατικό: όντας στην πρώτη γυμνασίου καθυστέρησα να φτάσω στην ώρα μου πριν την πρωινή μάζωξη που γινόταν στο προαύλιο. Φτάνοντας παρατήρησα τους πάντες να κάνουν τον σταυρό τους και να σκύβουν το κεφάλι, ήταν η εικόνα μίας εμπειρίας της οποίας έγινα για πρώτη φορά εποπτικός παρατηρητής.

Είναι η ενασχόληση με την Ποίηση μια επικίνδυνη διαδικασία;
Στο ξεκίνημά της είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, κατόπιν γίνεται επικινδυνότερη.

Πώς βλέπετε το μέλλον της ελληνικής ποίησης; Υπάρχει σήμερα μια ελληνική σχολή ποίησης με τον τρόπο που τη γνωρίσαμε από την περίφημη γενιά του ’30, ή τη γενιά του ’70;
Έχω τοποθετηθεί ολικά και τεκμηριωμένα σχετικά με αυτό το ερώτημα. Δεν θα ήθελα να επανέλθω. Συνοπτικά θα υπογραμμίσω μόνο πως τα φαινόμενα της ποίησης κρίνονται με τους όρους της ποιητικής τέχνης και όχι με άλλους. Οι θεωρήσεις και οι απόψεις που απορρέουν από τη χρήση κριτικών και αξιολογικών όρων που δεν αφορούν την ποίηση αλλά το κατά το δοκούν απεικόνισμά της, είναι άκυρες.

Αν γράφατε εσείς σήμερα «γράμμα σε έναν νέο ποιητή» τι θα τον συμβουλεύατε να κάνει;
Αυτό που θέλει να κάνει, και μόνο.

Τι μέλλον πιστεύετε ότι έχει η ελληνική ποίηση στο εξωτερικό; Πόσο γνωστή είναι;
Το μέλλον της είναι παντού ίδιο. Παντού την ευτελίζουν παντού την εγκωμιάζουν.

Σε μια χώρα όπου από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα γράφεται ανελλιπώς ποίηση ποια πιστεύετε πως είναι η κοινωνική αποστολή ενός ποιητή, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα; Πώς βλέπετε εσείς τη σημερινή κοινωνική και πολιτισμική αποδόμηση της χώρας;
Ο ποιητής δεν έχει κοινωνική αποστολή, παρότι η ποίησή του μπορεί αντίκρισμα κοινωνικό να έχει. Το ερώτημα αυτό έχει νόημα μόνον εάν αντιστραφεί και τεθεί προς απάντηση από την κοινωνία. Όσο για την Ελλάδα, ας μου επιτραπεί να επαναλάβω μία τοποθέτησή μου από το 2007, «έχει ξεχάσει το παρελθόν της, το οποίο της ανήκε, και δεν έχει αποκτήσει επαφή με το παρόν της το οποίο είναι υποχρεωμένη να το δανείζεται».

Ο σύγχρονος αναγνώστης είναι ικανός να «ξεκλειδώσει» τα μυστικά της ποίησης ή έχει χάσει την παρθενικότητα των αισθήσεών του σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να κατανοήσει τη μαγεία της;
Δεν είμαι αρμόδιος να το απαντήσω αυτό. Εικάζω, μα η κατάθεση μιας εικασίας δεν είναι καλή και ειλικρινής απάντηση.

Ποια πιστεύετε πως είναι η προοπτική της ποίησης που γράφεται σήμερα και κατά πόσο αυτή η προοπτική συνδέεται με το παρελθόν της ποίησης;
Το θέσατε επιτυχώς εφόσον κάνατε διάκριση της ποίησης που γράφεται σήμερα από την ποίηση που ονομάζεται σύγχρονη. Η ποίηση που γράφεται σήμερα είναι ως επί το πλείστον μία ποίηση παλιά, άλλοτε σε μεγάλο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό παρωχημένη, επαναλαμβανόμενη, ανεξάρτητα από τις εμφορήσεις που διαθέτει. Η σύγχρονη ποίηση είναι περιεχομενικώς νέα και είναι εκείνη που επιφέρει κάποια προοπτική. Προοπτική δίχως περιεχομενική ρήξη και περιεχομενική επινόηση δεν μπορεί να υπάρξει. Η σύνδεση, δηλαδή, με το παρελθόν, είναι αναπόφευκτη, όμως πρόκειται για μία σύνδεση απορριπτική∙ στον βαθμό που η στοιχειακή εννοιολόγηση του παρελθόντος, η ανακαίνιση των περιεχομένων του παρελθόντος, έχουν επιτευχθεί. Αυτές οι δύο επιτεύξεις τεκμηριώνουν τη νεότητα της ποίησης

Τελικά, κ. Λειβαδά χρειάζονται οι ποιητές σε τόσο μίζερους καιρούς;
Υπήρξαν ποτέ καιροί που δεν ήταν μίζεροι; Η απάντησή μου βρίσκεται στη λύση του ερωτήματος που έθεσα.


Τζορτζ Μουρ - Εξομολογήσεις ενός νεαρού άνδρα (Εξάντας 2018)


Εισαγωγή, μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Μόλις κυκλοφόρησε

 

Τόμας Γουλφ - Περί χρόνου και ποταμού [Εξάντας 2018]

Κυκλοφόρησε.
Τρίτομη έκδοση.
Εισαγωγή, μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς













Γιάννης Λειβαδάς: Η διενέργεια και η υποχρέωση [Book Press, 11-10-2018]


 



















Το 2006, όταν εισήγαγα την ιδέα πως ο ποιητής είναι νεκρός ως αληθινός φανερωμένος1 συνθέτοντας κατ’ αυτόν τρόπο την ποίηση του γίγνεσθαι η οποία ακυρώνει τις προθέσεις και τα αποτελέσματα της ποίησης του είναι – καθιστώντας την παρωχημένη, οπισθοδρομική∙ και όχι ανάξια λόγου και κρίσεως όπως λανθασμένα συμπέραναν πολλοί – γνώριζα εκ των προτέρων πως αρκετοί θα έσπευδαν αυτή την ιδέα να την οικειοποιηθούν, στρεβλώνοντάς την και εντάσσοντάς την αυθαίρετα στα πλαίσια της ευλογοφάνειας και του ευρηματισμού τους.
Η επαλήθευση αυτή – βλέποντας όλο το ενδιάμεσο διάστημα μέχρι πολύ πρόσφατα, να γράφονται σεντόνια ή μαντήλια αναφορικά με αυτή την ιδέα, παρουσιάζοντάς την με την απαιτούμενη εμμεσότητα που αρμόζει σε καθετί ιδιοποιημένο – δεν έχει καμιά αξία και δεν σημαίνει έξω από τον θόλο της κεφαλής μου απολύτως τίποτα, υποδηλώνει όμως ένα μέρος της σημασίας και των διαστάσεών της. Ξεκαθαρίζω εδώ, συνοπτικά, πως εκείνο που εισήχθη την ιδέα μ’ εκείνη, ήταν: το πως δύναται να καταλήξει ζωντανός ο νεκρός και όχι το αντίθετο, που αποτελεί ηθικό και αισθητικό θέσφατο το οποίο διαπνέει απ’ άκρη σ’ άκρη τους ορίζοντες της λογοτεχνικότητας, μα όχι της λογοτεχνίας. 
Επιστρέφω, συναπτώς, στο ζήτημα της ύπαρξης ή της απουσίας δύο πραγμάτων: του περιεχομένου και της γλώσσας∙ όχι όμως (και αυτό είναι το σημείο της ποίησης την οποία εννοώ) ως περιεχόμενο και γλώσσα κατά το δυνατό, μα κατά το αδύνατο. Από το σημείο αυτό εκπηγάζει η οργανική αντιμετάθεση, η οποία με πάσα σαφήνεια έχει εξηγηθεί πως δεν εντάσσεται στη μακρά λίστα των «αντι-», που στοιβάζονται αρειμανίως στον αυλόγυρο του μεγάρου της στιχικής συμπεριφοράς και της φαινομενικότητας.
Εκεί, οι μόδες των ανοικτών, των μισάνοιχτων αλλά και των σφραγισμένων φέρετρων, των θρηνωδιών και της συσκότισης∙ όλη  η γκάμα, εν πάση περιπτώσει, της επικοινωνιακής σκηνογραφίας (που αφορά τις ποιητικές αδικίες, τους παραμερισμούς της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής αλλά και των μεταξύ τους συνδέσμων) δεν μπορούν να υπάρξουν∙ ένεκα που άλλος δημιουργημένος νεκρός από αυτόν της οργανικής αντιμετάθεσης ετούτη τη στιγμή δεν υφίσταται, και δεν υπάρχει τρόπος μήτε λόγος, μήτε ανάγκη, να υπάρξει. Αυτό το λογοτεχνικό περιβάλλον που διέπεται, μα και διευθετείται, από τέτοια πολυτέλεια προβλημάτων και προβληματισμών, είναι υπερπλήρες.
Πρωταίτιο και πρόθεση να εκφράζεται και να εξηγείται κανείς κοινωνικά, (ήτοι να απευθύνεται στιλιστικά, με τα δεδομένα που ο αποδέκτης προϋποθέτει ή δίνει στον εαυτό του το περιθώριο εκ του γράφοντος να εγκρίνει, υπό την έννοια μίας διαφορετικότητας διευθετημένης, προσχηματικής) δεν εμπλέκονται στη σύλληψη και τη δημιουργία της ποίησης. Οι αντιστοιχισμένες λειτουργίες που αναγνωρίζονται από τις ζευγαρωτές αντιδράσεις μεταξύ προσκομιζόμενου και αντικτύπου, εκ φύσεως αδυνατούν να αδυνατίσουν τόσο ώστε να χαλαστούν, να αποτελειωθούν, να σβηστούν∙ ώστε κάτι, κάπου, να ξεκινήσει να υποδηλώνεται, να σημαίνει. Ως ποίημα να διενεργείται.
Η άποψη εκείνου που δεν φέρει ιδέες, που δεν καταφέρνει την ποίηση,  είναι μία φορά λανθασμένη διότι εκείνου που, φέροντας ιδέες, την ποίηση καταφέρνει, είναι μία φορά σωστή, επίμαχη. Εάν εκείνος που δεν την καταφέρνει είναι διπλά λανθασμένος, εκείνος που την καταφέρνει είναι σωστός δύο φορές. Ήτοι, εάν εκείνος που δεν καταφέρνει την ποίηση διαθέτει άποψη σωστή, τότε εκείνος που την καταφέρνει δεν ξέρει τι λέει. Γνωρίζει κανείς μόνο όταν την ποίηση διενεργεί∙ και έως εκεί όπου έχει διενεργήσει. Η διάκριση ανάμεσα στο για και το με, η οποία στο «Ανάπτυγμα» βρίσκεται ανειλημμένη.
Στην περίπτωση ενός με, η ακύρωση μπορεί είναι το αντίθετο του άκυρου, όπως το ήθος μπορεί είναι το αντίθετο της ηθικής – η πράξη της ποίησης, δηλαδή η ποιητική δράση είναι μία θέση κενή∙ όσο  ισχυρή είναι η θέση τόσο είναι και άκυρη, λειτουργεί  επαναπροσδιορίζοντας την κενότητά της όσες φορές χρειαστεί.
Δηλωτική της σπανιότητας της εφαρμογής του με, είναι -θα ήταν άδικο να μη γίνει γι’ αυτήν μία επιπλέον αναφορά- αυτή η εμπειρογνωμοσύνη που κατατίθεται ως πόρος, όχι μόνο ποιητικής τοποθέτησης μα και προέλευσης, του πόνου. Η υποκρισία ενός πόνου ο οποίος είναι υποκριτικός επειδή είναι πόνος μικρός και μεγεθυμένος, πλαισιωμένος από ωραιοποιήσεις και επιθυμίες. Ο μεγεθυντής του πόνου, λίγο ενδιαφέρει εάν δεν είναι τίποτε άλλο από τσαρλατάνος, καθώς δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από ένας αφελής, ένας κρυφο-αισιόδοξος, που καταπνίγεται στον αγώνα του για ανανέωση της αναγνωστικής κοινότητας των έργων του.
Κάθε πτώση είναι επώδυνη και τρομερή με βάση τον κόπο της αναρρίχησης, ή το δράμα της απομάκρυνσης – ακόμη και η πτώση από την κεφαλή μιας όρθιας καρφίτσας μπορεί να είναι συγκλονιστική.  Εντούτοις μόνο η αυτόνομη, η δια-χρονική δηλαδή πτώση είναι αληθινή∙ με τον τρόπο που οι λέξεις του ποιήματος επιβεβαιώνουν το άλεκτο της ποίησης – το άλεκτο θα ήταν ένα ψέμα εάν δεν υπήρχαν οι λέξεις της ποίησης, εάν δηλαδή καθίστατο λεκτό μέσω των ποιημάτων. Όθεν η ποίηση δημιουργεί αποκλειστικώς περιεχόμενο και όχι έννοιες, ερμηνείες, ή σημασίες. Μολονότι εννοιολογεί, ερμηνεύει και σημασιοδοτεί, το ποίημα δεν είναι καμπή προς την ποίηση ή από την ποίηση προς τον αναγνώστη, αποτελεί ποίηση, δεν τοποθετεί τον αναγνώστη σε κατάσταση δικαιώματος, μα, αντιθέτως, σε κατάσταση υποχρέωσης∙ όπως έχω σε προηγούμενα δοκίμια καταδείξει. Το περιεχόμενο της ποίησης είναι δύο πράγματα: μια εποπτεία, και κάτι που δεν γνωρίζουμε και αδυνατούμε παραχρήμα να κατανοήσουμε, παρότι μέσω της ποίησης αυτομάτως ορθά το ιεραρχούμε2.
Ο ποιητής δεν συνεργεί με τον αναγνώστη έχοντας ως στόχο κάποια υπονόμευση – αυτή η συνεργία στις αρχές του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική ως προς τη βεβαιότητα που την διακατείχε, φτάνοντας στο σημείο της απόλυτης αποσύνθεσής της, καθώς οι πολιτικές και πολιτισμικές δομές απαλλάχτηκαν από τους ενδοιασμούς τους, με μία ετοιμότητα ισχυρότερη από τη δική της, και την εγκολπώθηκαν∙ αντιστρέφοντας τον σκεπτικισμό και την αμφισβήτηση της συνεργίας αυτής, με τον τρόπο που η ποίηση είχε στις αρχές του εικοστού αιώνα θεαματικά αντιστρέψει τις πολιτικές και πολιτισμικές συμβάσεις, μετατρέποντάς τες σε καύσιμη ύλη. Η όποια υπονόμευση αφορά την ποίηση, τη δοκιμασία και τη διερεύνηση εναυσμάτων μέσω της υπαρξιακής αναίρεσης του ποιητή. 
Η οδύνη, λοιπόν, που προκαλεί το πως η ποίηση διαφεύγει τόσο «αινιγματικά» -αναγκάζοντας έναν ανυπολόγιστο αριθμό ανθρώπων να καταφεύγουν στην κατασκευή ειδώλων της κατά το δοκούν, για να αποθέτουν σε αυτά τις επιθυμίες και τις αντιρρήσεις τους- είναι πιο βαριά και πιο αφόρητη από την οδύνη του κενού που καθιστά τους ανθρώπους αληθινούς∙ η δεύτερη εξάλλου είναι, μακράν,  σημαντικότερη, διότι είναι αναλλοίωτη και παντελώς ανώφελη. Προσεύχεται κανείς γραπτώς σ’ αυτά τα είδωλα για να αποκομίσει τις αποδείξεις εκείνες που συνθέτουν τις προσευχές του: εκεί το προτιμότερο είναι ποιητικώς ανώτερο από το ποιητικό καθώς το ποιητικό όντας απροσέγγιστο καθίσταται ποιητικώς κατώτερο, έως ανώφελο.
Η ποίηση, λέω στον πιθανό αναγνώστη, βρίσκεται μετά το αδιέξοδό της και όχι πριν απ’ αυτό, βρίσκεται μέσα στη ζωή μα δεν κινείται με τη φορά της, διακτινίζεται, όντας μία ακατάπαυστη προθανάτια γνώση που τείνει να επινοήσει την ανυπαρξία της.


Ροσκόφ 7 Αυγούστου - Παρίσι 18 Αυγούστου
2018.


1 «Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.» («Ανάπτυγμα», εκδόσεις Κουκούτσι 2015).
2 «Από την πτώση ως το περιεχόμενο της ποίησης» θραύσμα από την ομιλία παρουσίασης  της ποιητικής σύνθεσης «Άπτερος Νίκη – Μπίζνες – Σφιγξ» που έγινε το 2009, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο του ποιητή το 2011.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

.