«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

ΓιάννηςΛειβαδάς: Η αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι [Book Press 2/6/19]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/autognosiaki-apoksenosi-yannis-livadas




















Στην ποίηση υπάρχουν μόνο προλεγόμενα. Σημειώνω σε χρόνο κατά τον οποίο συμβάλλω, σε χρόνο κατά τον οποίο η μεταβατικότητα  διανύει την απώλεια της υπόστασής της, την απόκτηση νέας υπόστασης και την απώλειά της∙ πως η ποίηση ως γλώσσα εμφορείται από ολότητα: δημιουργείται εκτός μνήμης και απόβλεψης. Το ποίημα βρίσκεται ταυτοχρόνως σε διαρκή απορρόφηση και διαρκή διάχυση. Η ποίηση, δηλαδή, δεν εμπίπτει, εάν εμπίπτει είναι αναμφισβήτητα κάτι δημιουργικά αλλά και ερμηνευτικά, εμμενές.
Επίρρωση της ποιητικής βασιμότητας δεν είναι παρά η διαφώτιση  ενός προσήλυτου. Το χάσμα μεταξύ προσήλυτου και υπερβατικού εκτείνεται, τουλάχιστον, από την αποσύνθεση ως την ανασύνθεση και τη νέα αποσύνθεση. Το απέναντι χείλος δεν είναι τόσο υποδειγματικό ώστε να προσφέρει σταθερή βάση στην ανασύνθεση, ήτοι στο υπερδόγμα το οποίο εμπεριέχει όλα τα δόγματα που προσφέρονται ως οδηγία για του χάσματος την κάλυψη.
Ο άνθρωπος σε σχέση με το απόλυτο εξακολουθεί να είναι πρωτόγονος. Ο άνθρωπος αδυνατεί να υπερβεί τόσο την κεκτημένη πραγματικότητα όσο και το όραμα μιας πραγματικότητας ανεπίτευκτης. Από τότε που ο άνθρωπος αντιλήφθηκε πως ήταν υποχείριο της μοναξιάς του και της απελπισίας του, άρχισε να μετατρέπεται σε ον πνευματικό: άρχισε να διανοείται εν εξελίξει την πραγματικότητα που βίωνε. Ποιος ο λόγος ύπαρξης ποιημάτων όπου οι λέξεις ξοδεύονται για την ανάδειξη ενός υποχείριου το οποίο πολύ σπάνια διανύει μια βασική πνευματική μετάβαση, μα κι αφότου τη διανύσει αρνείται από το προϋπάρχον να απεξαρτηθεί; Ο ποιητής λοιπόν, όντας συρμένος και διασυρμένος στον εικοστό πρώτο αιώνα, είναι ένα ον διαφορετικό, διότι δεν εκλαμβάνει εαυτό και δεν εκχωρεί νόημα στη δημιουργία του∙ βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς αποκήρυξης του πνεύματος, διακηρύσσοντας την πνευματική κενότητα που δημιουργεί, γιατί το πνεύμα του επανέγκειται μέσω μιας, βδελυρής για την κοινή γνώμη και το κοινό αίσθημα, δυσκολίας: της ποιητικής αποσύνθεσης, η οποία αποσυντίθεται μόνο σαν έχει προηγουμένως συνθέσει, σαν έχει δημιουργήσει, ο ποιητής: σαν έχει καταστήσει την αποσύνθεση σύνθεση, συνθετική μετάβαση.
Χρειάζεται να οριστικοποιήσει λοιπόν κανείς, εάν ο λόγος της ποίησης είναι ομιλία, έκφραση, εμπλοκή ή παρεμβολή, ή τίποτε από όλα αυτά, πριν αρχίσει να επιδεικνύει τα ποιητικά του κάλλη: οι ερμηνευτικές του διεργασίες ολοκληρώνονται στο χρίσμα της δημόσιας τοποθέτησης, πάνω στην προϋπάρχουσα στοίβα δημοσίων τοποθετήσεων.
Αυτό θα ήταν όντως ποιητικό, εάν η ποίηση συντίθετο από αναλαμπές κλίσεων και απόψεων από τις οποίες το ποιητικό όργανο διακατείχετο. Η ποίηση όμως είναι εκθετήρας των αναλαμπών της αυτότητας, εκθετήρας μίας χαμένης υπόθεσης δηλαδή. Η ώση προς το ξεπέρασμά της, ουδόλως η θλίψη ή η θλιβερότητα αδικημένων βλίτων.
Όποιος είναι αρκετά έξυπνος ώστε να γνωρίζει πως πρέπει να αποφεύγει το κούνημα του δάκτυλου, τόσο προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό του, αντικαθιστά το δάχτυλο με μία ποιητική παράταξη, η οποία όσο πιο γοητευτική θεωρείται τόσο πιο δεδομένη ως ποίηση καταχωρίζεται. Η απουσία ποίησης, στον εικοστό πρώτο αιώνα, επαληθεύεται από τέτοιες παρατάξεις: η στήριξη της κεφαλής είναι ευεπίφορη σε στηρίγματα πιο νοσηρά από την απόφαση μίας αδιόρθωτης κλίσης.
Η ερμηνεία της ποίησης δεν αφορά μονομερώς το κείμενο, τα  ποιητικά επιφαινόμενα, μα και την ποίηση ως φαινόμενο. Καθετί επαρκώς τεκμηριωμένο σε επίπεδο θέσης ή άποψης, που αφορά την ποίηση, δεν είναι πάντοτε επαρκώς τεκμηριωμένο ως προς τη φύση της ποιητικής τέχνης. Μία ερμηνευτική μέθοδος, όσο και αν αποτυγχάνει, είναι προτιμότερη και πιο καίρια από τον εντοπισμό μιας συχνής ανυψωτικής μερικότητας, η οποία λειτουργεί ακριβώς όπως ένα placebo. Η ποίηση μολαταύτα εντοπίζεται διαμοιρασμένη στα έργα των ποιητών με ασύμπτωτα πνευματικά συμπτώματα. Γύρω από τους ποιητές βρίσκονται άνθρωποι που γράφουν και διαβάζουν ποιήματα οι οποίοι διέπονται από συμπτώματα οικογένειας, κοινότητας ή  κοινωνίας.
Η ποίηση ως λήμμα και ως αναγνώριση είναι άλλη από την ποίηση που δημιουργήθηκε ή δημιουργείται.  Η κριτική και η ερμηνευτική αξιοποίηση της ποίησης, ως διαδικασία αναδιατύπωσης και εξακρίβωσης ενός ποιητικού προηγουμένου είτε ενός παρελθόντος, τα οποία απλώς και μόνον προβάλλονται στο εγώ και ανταποκρίνονται στα όρια μιας εδρασμένης κατανόησης, αξίζει όσο η σχέση ενός διερμηνέα που κατατοπίζει στο ξέφωτο ενός αρχαιολογικού χώρου κάποιον τουρίστα. Κάθε αποβλεπτική κατανόηση ή μη κατανόηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια κλίση που αποσκοπεί σε καθιέρωση.
Η καθιέρωση έφτασε ως εδώ με τον πιο απλό και γνώριμο τρόπο, με την οικειοποίηση μιας τέχνης την οποία μπορεί να κατακτήσει μόνο καταστρέφοντάς την, μολονότι η καταστροφή της ως απώτερος σκοπός κατέστη αδύνατη.
Η αισθητική ιδεολογία του ποιητικού «πλεονεκτήματος» το οποίο προσφέρει αναπόφευκτα ένα όραμα και έναν ορίζοντα προς εκμετάλλευση, είναι το ανάλογο κάθε ιστορικής, ανθρωπολογικής ή φιλοσοφικής συνείδησης, η οποία προκύπτει από κριτικές διαμορφώσεις που δεν δοκιμάζονται, δεν επιβεβαιώνονται, στο πεδίο δημιουργίας της ποίησης, αλλά στην εξέδρα αποτελεσματικότητας που παράγει κάθε τυποποιημένη (από την πιο συντηρητική ως την πιο ελευθεριάζουσα) εφαρμογή της ερμηνείας ή της κριτικής – η οποία δεν μπορεί να βρίσκεται σε άλλη θέση από εκείνη μέσω της οποίας αναγνωρίζει στην ποίηση εκείνο που της δίνει τη δυνατότητα να κατανοεί ό,τι είχε παλαιότερα κατανοήσει. Αυτοί οι τύποι ερμηνείας και κριτικής λοιπόν, δεν αναγνωρίζουν την ποίηση, ή, δεν αναγνωρίζουν στην ποίηση, τη γνήσια υπονόμευση που την καθιστά ποίηση.
Η νεωτερικότητα που δεσμεύεται στην ποιητική αποτελεί μίμηση ποίησης. Πρόκειται για ακολουθία λέξεων και εκφράσεων που εξαρτώνται από τη ζωή και την ύπαρξη, τόσο όσο η ζωή και η ύπαρξη δεν εξαρτώνται από τις λέξεις και τις εκφράσεις. Η ποίηση γράφεται λόγω ζωής, ουδόλως λόγω προηγούμενης ποίησης. Το πρώτο σκέλος αφορά την αντίληψη και υλοποίηση μιας δημιουργικής αποτελείωσης, το δεύτερο αφορά την έκθεση μιας συναισθηματικής αναγωγής η οποία έχει γεννηθεί από μια δραματική ανάγκη διανεμητικής  κοινοποίησης: η κοινή ποιητική λογική, από το ένα της άκρο ως το άλλο, ενσωματώνει αδιάκοπα στην πραγματικότητά της αποδείξεις καταλληλότητας του ακατάλληλου, σημαντικότητας του ασήμαντου, πραγμάτωσης του απραγματοποίητου.
Με όχημα ένα γνωσιακό υλικό, ανά πάσα στιγμή ο γνώστης καταχράται με δική του ευθύνη κάτι από τον μικρόκοσμο της κοινωνικής του αυτογνωσίας. Εάν δεν υπάρξει αυτός για την ποίηση, ουδείς άλλος δεν μπορεί να υπάρξει, ουδείς διαφορετικός μπορεί να υπάρξει∙ η ποίηση εξαρτάται από τις εξάρσεις της επινοητικώς τυποποιημένης του καλλιέπειας η οποία, με όρους ερμηνευτικής φρόνησης, τον οδηγεί στην εξευτελιστική καθολικότητα ενός εξυπηρετικού νοήματος καθολικότητας.
Η ποίηση αφότου καταστήσει τον ποιητή διαθέσιμο στην αμφισβήτηση, τον καθιστά διαθέσιμο στην αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι, στη μάταιη επαναφορά που εμπλουτίζει το ποιητικώς προκληθέν καθώς τον εξοντώνει με την επικουρία της προσωπικής του, αυθεντικής γλώσσας.
Η κριτική της ποίησης ξεκινά από εκεί όπου ξεκινά η ποίηση∙ από τη μετατόπιση του μηδενός, από τη ρήξη με το άπαν. Κάθε μικρή σημασία φέρει και μια προσδοκία πρόσληψης, όπως συμβαίνει με όσους τζογάρουν παθιασμένα όλη τους τη ζωή ποντάροντας όμως μόνο μικροποσά. Κάθε μικρή σημασία λοιπόν είναι φυσικό και δίκαιο να είναι υπερεκτιμημένη. Η προσποίηση φτάνει στο ζενίθ της όταν τα στοιχεία που διασφαλίζουν την αποδοχή του ποιήματος λούζονται από τον κοινό φωτισμό των πραγμάτων.
Αυτός εδώ ο χρόνος της λευκής επιφάνειας την οποία σημαδεύω με σύμβολα, φέρει την επανάληψη ιδίων αρχικών σχέσεων με εκείνο που πραγματεύθηκα πριν από έτη και εξακολουθώ να πραγματεύομαι με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό προς τη διάσταση και την επικαιρότητά του. 
Τις προϋποθέσεις που κατά κανόνα προβλέπονται ως κριτήρια για την προσέγγιση της ποίησης (την προσέγγιση που γίνεται από μη ποιητές που υπογράφουν ως ποιητές και μη ποιητές που υπογράφουν ως μη ποιητές) τις αντιμετωπίζω ως πωλητήρια. Γι’ αυτό είναι φρόνιμο κάθε φρόνιμος να διαχέει την πίστη του σε άλλου είδους πονήματα και όχι σε ένα κείμενο όπως αυτό εδώ.
Οφείλει κανείς να είναι προσδιορισμένος ως περιεχόμενο πριν ξεκινήσει την προσδιοριστική του εργασία στην ποίηση. Κάθε εργασία που οργανώνεται στο πνεύμα συγχώνευσης και επαληθευσιμότητας στοιχείων που εξαρτώνται εκ προοιμίου από κάποια απόβλεψη η οποία δεν δυσχεραίνει την ίδια την εργασία, είναι ανάξια λόγου. Εάν είναι αξιόλογη, τότε, η ποίηση έχει ρητά υποστασιοποιηθεί και παρέλθει κατά τρόπο ανέκκλητο.
Η, λεγόμενη, κριτική αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι περισσότερο από μια ασήμαντη εξάρτηση, εκείνος που την εφαρμόζει ομολογεί την προκατάληψη της προσωπικής του κατανόησης: κρίνει την ποίηση όπως κρίνει τον εαυτό του. Μπορεί οπωσδήποτε να την κρίνει, είτε επειδή μπορεί οπωσδήποτε να την γράψει, είτε επειδή αποφεύγει να αναστείλει, να θέσει τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση, έστω για μία στιγμή. Τη στιγμή της ποίησης.
Εκείνος, ο ίδιος, όταν διαπιστώσει το περιεχόμενο της προηγούμενης παραγράφου θα ξεκινήσει ευθύς αμέσως να δικαιολογεί τη στάση του μετακυλώντας την «παρρησία» του στην ηθική διάσταση, όπου μπορεί να ξεπλύνει ευκόλως τα λάσπη από πάνω του. Αρκείται στο ξέπλυμα της λάσπης διότι η ηθική διάσταση είναι αρμοστή, ενώ η πνευματική διάσταση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αρμοστή. Εκεί για να ξεπλύνει τη λάσπη του θα είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μόνο λάσπη: ποίηση.
Όπως έχω από καιρό καταδείξει, η ποίηση είναι ένα φαινόμενο πνευματικό και όχι ηθικό∙ υπάρχει ηθική διάσταση στο πνεύμα καθώς και πνευματική διάσταση στο ήθος, εντούτοις αυτές υφίστανται ως παρεμπίπτουσες αναγωγικές προϋποθέσεις που ορίζουν τις μεταξύ τους αμφισβητήσεις, προκαταλήψεις και προβλέψεις.
Το ποίημα δημιουργείται γιατί ο ποιητής παύει να  προκαταλαμβάνεται, παύει να νομιμοποιείται, παύει να προσδιορίζεται. Το ποίημα δημιουργείται όταν ο ποιητής γίνεται και ξαναγίνεται, όταν κάθε κριτήριο παραδίδει την επάρκειά του στο κενό.
Σε άλλες ποιήσεις τα κριτήρια αποτελούν λαβίδες σύλληψης, ερμηνευτικές διανοίξεις, στην ποίηση για την οποία κάνω λόγο, αυτό δεν συμβαίνει, διότι η εν λόγω ανασυστήνεται, από το ξεκίνημά της ως την αυριανή της ανασύσταση, έπεται, ως περιεχόμενο και ως είδος. Το ποίημα αποσπάται από το ευαίσθητο σημείο μιας ενεργούς  αφαίρεσης.
Η ποίηση δεν είναι μια τέχνη διαφορών ή διαφορετικοτήτων, είναι η μέγιστη διαφορά μέσα στο ίδιο πράγμα* – εάν η διαφορά δεν είναι η μέγιστη δεν υφίσταται ποίηση∙ και η μέγιστη διαφορά είναι εκείνη που μοιράζονται οι ποιητές, δεν υπάρχουν παραπάνω από μία μέγιστες διαφορές, όποιος αποδέχεται την ιδέα πως υπάρχουν υποχρεούται να αποδεχθεί πως η ποίηση δεν είναι τέχνη αλλά λέσχη έκφρασης.
Η μετάδοση ενός στίχου είναι τετριμμένη, η μετάδοση ενός περιεχομένου είναι δύσφατη∙ η δεύτερη όμως είναι ποίηση ενώ η πρώτη δεν είναι.
Η ποίηση ως απειρότητα δεν βασίζεται περισσότερο στην επεξεργασία απ’ όσο στην ευρηματικότητα, συνεπώς η εκφραστικότητα δεν υπερβαίνει τον τρόπο: οι εμμένειες δεν διαφέρουν μεταξύ τους όσο διαφορετικά και αν εκφράζονται, διότι τόσο η αφαίρεση όσο και η απορρόφηση του περιεχομένου μάς κατατοπίζουν σχετικά με το άγνωστο κενό της ποίησης – αυτό σημαίνει πως η ποίηση δεν ταυτίζεται παρά μονάχα με εκείνο που δημιουργεί, ουδόλως με εκείνο που προϋπάρχει. Τα όρια της εποπτείας δεν είναι ποτέ σαφή όση «γνώση» και αν τοποθετούν οι γραφιάδες στη διαδικασία μίας ποιητικής «κατάθεσης».
Στην ποίηση τίθεται κάποιο είδος αφαίρεσης ως δίαυλος προς το απόλυτο, δίχως ελπίδα ή αναμονή πρόσληψης: πρόσληψη είναι η δημιουργία. Η ποίηση δεν είναι σύστοιχη με καμιά ιδιαιτερότητα που συνεπάγεται ενσωμάτωση στον ποιητικό λόγο∙ οι ιδιαιτερότητες καταναλώνονται ώστε να προκληθεί ενσωμάτωση του υποκειμενικού κενού με το κενό του απολύτου. Λόγω του ότι ο αντικειμενισμός αποτελεί πεπερασμένο θετικισμό, -ήτοι αποκλείει την έλευση του αναπάντεχου ποιητικού συμβάντος που είναι το ποίημα- δεν υφίστατο, δεν υφίσταται ούτε θα υφίσταται ποίηση αντικειμενικότητας, παρά μόνο ως πρώτη βαθμίδα ενασχόλησης με τα όρια του γραπτού λόγου.
Κάθε προσπάθεια ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στο «ανήκειν» της ποίησης, η οποία δεν υπερβαίνει τα όρια αποδοχής και ερμηνείας της κατάστασης μέσα από την οποία αποπειράται, επιδίδεται στο κατόρθωμα κάποιας ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στην διεύρυνση της εμμένειας η οποία έχει αποκτήσει διαστάσεις ιερής κοσμοδιάστασης.
Η ποίηση από την πλευρά του ποιητή μα και ο ποιητής από την πλευρά της ποίησης, μεταδίδονται πολύ μακριά από την κοιτίδα στην οποία δημιουργούνται, ενεργοποιούν και ενεργοποιούνται αλλού και διαφορετικά – κατά τη μέγιστη διαφορά, ώστε το κλίναμεν να ισορροπεί με την επαλήθευση της ποίησης, με την επανοριοθέτηση του κενού της ποίησης.
Τα τεκμήρια κύρους ή επικύρωσης μιας ποίησης είναι επίσης τεκμήρια της χρονικής περίπτωσης, της ενδοχρονικής εφαρμογής, στίχων κατ’ εκείνο που αποκαλείται υπαρξιακό δεδομένο, κατ’ εκείνο που περιβάλλεται από όσα είθισται να περιβάλλεται η ποιητική χάρη, το θείο δώρο της ποίησης που δεν αποχωρίζεται το νόημα της εκφραστικής ή ερμηνευτικής επιβίωσης: απολογίες υπέρ κάθε πεπερασμένης προσήλωσης που επανατίθενται ακόμη και με τις αρνητικές προφάσεις οι οποίες σε βάθος χρόνου θα αποδειχτούν συναινετικές ως προς τον επιβιωτικό χαρακτήρα του ποιητικού  ιδεώδους: όλα τα φαινόμενα μιας τέτοιας ποίησης συντηρούν την κλίμακα αξιών και επενδύσεων μέχρι κεραίας.
Τα αντίστοιχα της ποίησης, είναι τεκμήρια απώθησης όσων απονέμονται ως ανταμοιβή ή ως εκφραστική απειροποίηση της εμπειρίας αυτής της ζωής, με λίγα λόγια, τα τεκμήριά της ενέχουν ένα φάσμα κενοτήτων.
Τι πιο εύκολο από την πρόκληση ρηγματώσεων στο συμπαγές των ονείρων ή των ψευδαισθήσεων, ειδικότερα των ηθικο-πολιτικών. Για τους πολλούς η ποίηση είναι τρόπος αποδεκτικής μα και αποδεικτικής κατανόησης του κόσμου, διαμεσολάβηση μεταξύ ανθρωπότητας και αντικειμενικότητας της υφηλίου, ο ποιητής διέπεται από τους νοηματικούς ορισμούς των άλλων, οφείλει πρωτίστως να αποδέχεται την υπάρχουσα αντικειμενικότητα ως αντικειμενικότητα, τις μεταβολές αυτής της αντικειμενικότητας ως αντικειμενικότητα. Εντούτοις δεν είναι αυτό το σημείο της ποιητικής εκπήγασης∙ η μέγιστη διαφορά είναι πως ο ποιητής υπάρχει ως οντότητα διαφορετική, δεν επαναλαμβάνει απλώς της ατέλειά του, την τελειοποιεί ως ατέλεια ανεκχώρητη, ως συνέχιση της ποίησης προϋποθέτει μία στάση απίθανη, την οποία χαρακτηρίζω συμμόρφωση προς το κενό: η ποίηση είναι μια μισοπεθαμένη διαύγεια που καταφέρνει να μη λογοδοτεί στον αντικειμενοποιημένο κόσμο μα ούτε και στη σιωπή. 
Βασίζομαι στην ποίηση υπό την έννοια πως δεν ξεπέφτει, δεν καταντά αντικειμενικότητα: οικεία και αποδεκτή μορφή υποκειμενισμού. Υπολογίζω στο χάος για το οποίο είμαι υπεύθυνος στο περιθώριο αυτού του ανόητου κόσμου όπου τα ποιήματα μολονότι γράφονται εν ζωή είναι κατά βάση μεταθανάτια.

Παρίσι 11 Απριλίου 2019


* Βλ. δοκίμιο του 2009 στο «Ανάπτυγμα» (Κουκούτσι 2015).


Yannis Livadas: Poetry Today, Austerity Measures and the Reign of Verisimilitude.

https://www.dispatchespoetrywars.com/commentary/poetry-today-austerity-measures-and-the-reign-of-verisimilitude/











Yannis Livadas: Poetry today, Austerity Measures and the reign of verisimilitude.

To be included in an anthology does not make you a better poet than someone who has been excluded – and, in either case, it does not make you a poet.
Many of those who are included in anthologies are not poets. They are considered poets only in terms of social appearance via words. The art of writing is absent. As is now obvious, at least more obvious than it has been during the last twenty or so years, reasons, causes, and expressive simulacra not related to poetry appear as such because the preservation of intellectual homogeneity, of common belief, is more intrusive and more useful than engagement with poetry is. Another aspect is that of publishing commerce and public consultation.    
When Karen Van Dyck first asked me to participate in a smaller anthology of contemporary Greek poets, which was finally published in a British literary review, I told her I thought the concept was very restrictive, totally ideologized (Left), and that the criteria excluded important aspects of contemporary Greece poetry. So I politely refused.
Almost a year or so later, I received a second call, this time for the “Austerity Measures” anthology, from the person in charge of the modern poetry series of Penguin publications. I agreed to be included on the condition that the rationale had changed, and I received an explanatory text that assured me this was the case. I said yes, and I received a reply in which it was noted, among other things, that the poems I had sent to them were “quite unlike anything else in the anthology, and I think also indispensable ...”
To my surprise, in both British and American editions that followed, in the compilation of poets and the introductory notes of the two books, I did not notice, in general, anything other than the so called “left” aesthetics and ideology. There was very little poetry, or at least very little good poetry – compared to the styles and the concerns which characterize contemporary Greek poetry which have nothing to do with the present financial, or any other “crisis”. Someone forgot that for a poet, humanity is always in crisis; society is always run by money-makers, moralizers, institutional or extra-institutional sciolists (sciolistˈsʌɪəlɪst/ plural noun: sciolists: a person who pretends to be knowledgeable and well informed) even within the domains of arts and poetry – or, especially within the domains of arts and poetry.
I was stunned and for quite a few days I wondered why I was included. One possible answer might have been that my appearance there was some kind of a proof that this anthology was actually created to represent something more than mere socio-ideological and aesthetic speculations. Yet, if that was the case, I would have found some other poets like myself – and I didn’t.
Of course, one may say that it is not possible for any anthology to cover satisfactorily the whole breadth of the poetic scene of a country, even as small as Greece. However, would exclude such an accumulation of endless facetiousness and glibness that, in any case does not define or represent contemporary Greek poetry.
In any case, the point is not how many poets are missing, but how many non-poets, or minor or unimportant poets, are anthologized.
Certainly, this is not the first time that a goal is achieved based on presumptions and deficient study, and one can surely enjoy a sum of texts which may rejoice his soul; if he still has one, but not by reading necessarily contemporary Greek poetry. Or simply, poetry.
I was also surprised to find that in the Greek edition of the anthology my bio-bibliography note was ridiculously re-transcribed, mitigating my thesis and views as a poet. Not only that, the six of my poems which appeared in the two previous publications had been reduced to two, in order to add poems for someone else, a “poet” who’s texts are pure examples of the politico-aesthetical correctness of what now calls itself the Left. The editor’s effort to justify this act was pitiful. 
I hope that something similar has not happened to anyone else. I mention this as an indication of what happens when responsibility and ethics are gone with the wind of ideological or stylistic moralization. 
The point, if there is one, is that everyone included in “Austerity Measures”, if they have any sense of ethics, ought to speak publicly about whether this anthology, as well as every previous one, is indeed representative, fair, and proportionate to what is happening today to both sides of the political horizon of contemporary Greek poetry. If they want to call themselves poets, or to become poets someday, this is crucial, I think.
Free speech is nothing without free thinking. There is a need for a thorough, fair and quantitatively stricter presentation. The uprising of every occasional idealism, recaptured to restore its former values, will always remain the same; a consecutive re-orchestration of conservatism, of insularity, mantled with the cloak of a convenient euphemism. Fake modernism or alleged postmodernism.
In poetry, and not only in poetry, in real life, in real intellection, reality should never be confused with efficiency. The poem should never be mistaken for an explanatory statement or for pseudo-resistance, even for letting off steam by producing vainglorious texts. In poetry, man is not perceived as humanity, man is perceived as man and humanity as humanity. Otherwise, poetry becomes a form of senseless politics. Correspondingly, reality just like poetry, is a question of supervision; continually stated through an ongoing reprioritization.
This is a brief and rather casual memo, let’s say the introduction to a possible debate. In poetry the definition of authenticity is ambiguous, since it is not merely expressed by what it claims, but, mainly, by what it’s imbued with.
And everyone who will hasten to counter these statements might want to figure how much contrivance his words can support. What sort of verification can’t his efficiency offer.
Poetry is nowadays treated as an extremely narrow communicative awareness, rather than as the creative epiphenomenon which it really is. Poetry is a particular engagement with life, with things, a state of total exposure to otherness, to impossibility, not a sociopolitical or physiological advertisement. A ‘poetry’ of possibility, as it has been widely disseminated within the last three or so decades.
The essential fact is that society instead of trying to break out of its fetters by becoming a society of emancipated people; it seems that it is trying blindly to become a ‘society of poets’. The misconception is dramatic.
The Muse is bound on the rock of Prometheus. I refer to the darkest cruelty human conscience can integrate. The poet is pitted against a draconian demand: that of living language which converses with synchronicity and with disintegration. Poetry is that which haunts death, disdains hope and lives with the never ending torment.  Even if this is the minimum prefiguration of a New Being that is the inexpediency the future will be under obligation to deal with.
Poetry is neither part of the decoration of the human world nor a priestess for the redemption of its wounds. It is rather an ultimate simulation of its total destruction and recreation.
Timidity is a fundamental obstacle to achieving this simulation. I mean the spirit’s timidity to venture past the word formulation in order for the poem to actually be poetry, rather than merely the aesthetic arrangement of a ‘declaration’, in order to be Art. Because a mere ‘declaration of independence’ on the part of the poet, or even a ‘declaration of social dispute’ is not poetry.
I believe that after such a line-up of ‘militancy’ and sappiness, one has the right to re-declare that poetry stands to the antipodes of politics and conformity (especially conformity that recycles itself by repeating an obsolete confrontation with authority) being what conformity and politics will never be.
According to the systemic criticism, its philological criteria and evidence, it appears that a gesture now suffices, by attachment to some variety of the psychopathology of camouflaged inadequacy, to be counted as poetry; smugness and monkeying before a microphone is counted as poetry. 
I do understand, of course, which is why I have referred to all the above, the easily acquired taste for makeshift solutions, for singing the praises of weakness and stagnation, of the existential plague. Some may like to think that they clean the slate by revamping those as finesse, crucifixion, or truth; by promoting them as fodder in the publishing market; by publicizing them as a cutting-edge drama.
In any case, everyone will get publicized, everyone will get their collected works, and everyone will be published across the whole wide world and, henceforth, everyone will have their names inscribed on the shiny plaque of the ‘Illustrious’ since that is what our time requires. Though our time is but a passing catch in the throat of eternity.
Poets are called upon today to be the same as everyone, to convene with everyone, to partake of the poultice of social and political (whether Left or Right) solace that is intended for all, so as to bring to completion this frenzied endeavor to assimilate and homogenize speech, lives, demands. ‘Society’ for that is finally the target, not poetry, needs to be saved exclusively and jointly, by those (poets) who ‘want at all costs to save it’, guided by the wealth of interpretations produced by the excitation of unbridled anthropophobia.
Most of the penmen have entered ultimate fetishism. In such manner, language is present as a promise which will make the primum principium, the starting point of the imagination, somewhat tolerable for them.
The Right as well as the Left are wholly self-cancelled, hence they are both sterile, thoroughly inappropriate in continuing to concern themselves with the world’s present or future. And by Right and Left, I am not just referring to political wings but, in actual fact, to the two main reservoirs for drawing moral and aesthetical fodder.
In poetry, every ideologisation (with the sentimental and psycho-social presence included) which attempts to identify with an aesthetics, or, even worse, every already ideologized aesthetics, is by definition, a zilch  – not only because it attempts to force aesthetics into a reference system that has nothing to do with the art of poiesis but because it is opposed to poetry’s fecundity.
A hallucinatory departure from life, time, mind, in order to protect consciousness from the raptures and challenges of truth; that is, impossibility. Refined representations of a commonly accepted nullity, which ultimately holds everything locked in their steadfast meaning.
The nature of humans, of the individual, is not limited to his/her capacity as part of a whole – s/he also has the capacity to be the total manifestation of a whole, of a world - that is, to overcome partial capacity, to seek freedom, truth.
The mind, the intellect, exists not only to perceive and to yield according to beliefs and perceptions, but also has the ability to overcome the situation that the beliefs and the perceptions and the expression of these two manifest and create. Poetry is focused on these two extremities.
The Right and the Left at a moral-intellectual level, that is, at the level of thrust towards the ability to create poetry, stubbornly refuse to admit that humanity is a fragment which nevertheless carries the qualities of the one from which it is fragmented and if there is any purpose, it is that of the return of each of the fragments, not the creation of another subsystem where the fragments will eternally make vain attempts to be conclusively coordinated.
This is the aesthetic dynamics of poetry, and from this, not from approved political views, content is inexorably born.
As specified above, not a small percentage of the claimed contemporary poetry, proceeds over-valuating concepts and targets trying to steer clear of content. Never before such grand words have been voiced, never before have such ludicrousness been expressed, only to be seriously taken.  


Paris, December 2017

Αρχειοθήκη ιστολογίου

.