Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04/04/26

Συνέντευξη για τα "Εχέγγυα της φύρας" στην Ελπίδα Πασαμιχάλη [BookBar 4 Απριλίου 2026]

http://www.bookbar.gr/yannis-livadas-exeggya-tis-firas-synexizo-to-mellon-19234-2/liqueurs/liquers-interviews 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς γράφτηκαν τα «Εχέγγυα της Φύρας»; Ποια εσωτερική ανάγκη αλλά και ποια εξωτερικά ερεθίσματα σε οδήγησαν στην συγγραφή τους;

Συνεχίζω το μέλλον που μού παραδόθηκε. Ουδένα εξωτερικό ερέθισμα.

Στη σύντομη παρουσίαση του έργου αναφέρεται ότι πρόκειται για ένα είδος ποιητικής σύνθεσης που ξεκίνησε το 2005 και συντέθηκε το 2021 – 2022. Ποια στοιχεία του είχαν τις ρίζες τους σε εκείνη την μακρινή εποχή;

Το είδος άρχισε να δημιουργείται γύρω στο 2005 και αποτελείται από ποιητικές συνθέσεις με τελευταία τα Εχέγγυα. Θεωρώ πως βρισκόμαστε στην ίδια εποχή, δεν άλλαξε κάτι μολονότι σημαντικές αλλαγές προοιωνίζονται. Οι οποίες πιστεύω πως είναι επιτακτική ανάγκη να συμβούν. Το αν θα βοηθήσουν όμως σε βάθος χρόνου την ανθρωπότητα, είναι αμφίβολο.

Ο τίτλος «Εχέγγυα της Φύρας» εμπεριέχει ένα σαφές οξύμωρο. Υπάρχουν Εχέγγυα για την Φύρα;  Ποιος ήταν ο λόγος που επέλεξες αυτό τον τίτλο;

Πιστεύω πως δεν υπάρχει τίποτα οξύμωρο στον τίτλο, καθετί φέρει την εγγύησή του, ακόμα και η φύρα. Ό,τι εγγυάται η φύρα δεν είναι λιγότερο σημαντικό απ’ ό,τι εγγυάται η πρόοδος και το ωφέλημα. Υπό την έννοια πως γνωρίζει κανείς τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο και επί τίνος, υπ’ αυτή την έννοια χρησιμοποίησα τη λέξη φύρα.

Μεταξύ πνευματικού και υλικού στοιχείου παρεμβάλλονται πολλές σημασίες και πολλές ιδιότητες, οικονομικού, κοινωνικού, φιλοσοφικού και αισθητικού τύπου, κατά τρόπο όχι υποχρεωτικά αντιπαραθετικό.

Πρόκειται για διαφορές που επικυρώνουν το ίδιο πράγμα, όχι τόσο για αντιθέσεις. Τη λέξη «χρηματιστής», λόγου χάρη, τη χρησιμοποιώ ως ρόλο που ταυτίζεται με αυτό που ευρύτερα αποκαλείται «ποιητής»,  υπάρχει εντολή αναγνωστών, διαβίβαση στο εκδοτικό εμπόριο, και ιδεολογική ή αποψιακή προμήθεια. Όχι καταγγελτικά όμως, με κατανόηση και οίκτο, αν και δεν αποκλείεται να θεωρήσει κανείς πως ο οίκτος είναι στην ουσία δηκτικός.

Ο Κέρβερος γίνεται σκύλος συνοδείας και ο «Πρωτέας φουσκώνει μια μπαλωμένη σαμπρέλα». Το μυθικό/μυθολογικό  στοιχείο, που είναι διάχυτο στο έργο σου, συρρικνώνεται σε σημείο απαξίωσης. Πού οφείλεται αυτή η μετατόπιση;

Η μετατόπιση, η μεταστροφή αυτή, αποτυπώθηκε πριν από πολλά χρόνια, δεν γνωρίζω όμως εάν εντοπίστηκε ικανοποιητικά. Οφείλεται πρωτίστως στο ότι το μυθικό/μυθολογικό στοιχείο υπόκειται σε κάποια αλήθεια ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενό της, παραμένοντας στο περιεχομενικό είδωλό του. Η αμφιβολία που διέπει την αλήθεια υπερβαίνει τα πάντα, αυτό με απασχολεί.

Γιατί «Ὅ,τι ντιστκεται στ συνδρομ το τλους, εναι νξιο λγου» ;

Γιατί το τέλος είναι απόλυτο τεκμήριο της αλήθειας. Πρόκειται για θεμελιώδες ζήτημα το οποίο ανέπτυξα παλαιότερα σε ορισμένα δοκίμια. Το πως τα πράγματα τίθενται ξανά και ξανά σε διάρκειες ζωών, δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως τίθενται εκ νέου, αντιθέτως, ως επί το πλείστον παλαιώνονται. Αυτό συμβαίνει λόγω της εντύπωσης πως παλαιότερες υπερβάσεις αποδεσμεύουν τους νεότερους από το μόνιμο  πρόβλημα της υπέρβασης, καθιστώντας την παρωχημένο δεδομένο που έχει χάσει το νόημά του – κυρίως λόγω της δυσκολίας του, όχι μόνο της δυσκολίας  δημιουργικής υπέρβασης μα και της δυσκολίας κριτικών ανανεώσεων που προκαλεί.  

Για ποιο λόγο « λπίδα, ,τι χειρότερο ταν ν τος συμβε.»;

Η ποικιλία στάσεων και προσδιορισμών δεν αποτελεί ολοκλήρωση της ζωής ούτε αντικατοπτρίζει συνολικά τη ζωή – κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εάν η ποικιλία ξεπερνιόταν από την πνευματική εμπειρία. Το πως ζωές ανθρώπων αντικατοπτρίζονται σε ζωές άλλων -είτε υπό την έννοια της ιδιωτικής εκδήλωσης είτε υπό την έννοια της δημόσιας και ως εντυπώσεις μεταφέρονται στο χαρτί ή στο καντράν ενός υπολογιστή- δεν σχετίζεται με την ποίηση. Τα ερωτήματα που θέτουν βεβαιότητες σε αμφισβήτηση μα δεν διέπονται από ανάλογη αμφισβήτηση της ίδιας της αξίωσης του αιτήματος και της εκφοράς τους, είναι επιφανειακά, παιδαριώδη.

Τι ακριβώς προσμένει κανείς και γιατί; Ας απαντηθεί ειδικά, αληθινά, και όχι ως υποχώρηση, ως αποφυγή, ως επικάλυψη του υπαρξιακού δράματος με επιμερισμούς και παντιέρες.

Το πόσοι και ποιοι συμφωνούν ή διαφωνούν για κάτι, δεν έχει καμιά σημασία, η σημασία  μιας διαφωνίας ή μιας συμφωνίας αποκτάται μόνο εφόσον γνωρίζει κανείς το αντικείμενο ενδιαφέροντος. Αυτός που γράφει μόνο εκείνο που γνωρίζει δεν είναι ποιητής όπως εκείνος που διαβάζει μόνο αυτό που ζητάει δεν είναι αναγνώστης, και ούτω καθεξής. Ειδάλλως η σημασία της διαφωνίας ή της συμφωνίας αφορά μόνο τον εαυτό όχι το αντικείμενο.

Εάν επεκταθώ κι άλλο θα καταστραφεί η συνέντευξη.

Διατρέχοντας το έργο σου διακρίνεται ισχυρό και αιχμηρό το αποτύπωμα της εποχής μας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα είδος σχολίου;

Πιστεύω πως εάν υπάρχει αποτύπωμα αυτό αφορά τη συγκεκριμένη εποχή ως μέρος της Ανθρώπινης Εποχής, όχι μεμονωμένα.

Δεν είμαστε έρμαια υποκείμενα κοινωνικο-πολιτικών κατασκευών κι επιδράσεων, μα διανοητικά και εμπειρικά, δηλαδή υπαρξιακά, περιεχόμενα, που υπόκεινται σε ατελή αλήθεια. Ακόμη κι αν υποβιβάσουμε το αντικείμενο της «κενής σελίδας» σε ιδεολογική αοριστολογία -ακόμα δηλαδή κι αν το δεχτούμε όπως παρουσιάζεται από τους αντίστοιχους στιχογράφους- δεν δέχονται όλες οι σελίδες το ίδιο γέμισμα, δεν αποκτούν κοινά νοηματικά σημάδια, και στις προδιαγραφές που υποτίθεται πως τίθενται δεν είναι τυχαίο πως το νόημα και το περιεχόμενο της πλήρωσης απαλείφεται. Κατά πόσο απασχολεί και διαλαμβάνεται το εννοούμενο, όχι το προτεινόμενο, δηλαδή η ουσία και όχι ο τύπος.

Γι’ αυτό κάθε οριακό, νεωτερικό έργο, θεωρείται αβίαστα, «υποκειμενικό», ενώ κάθε κείμενο κοινών επιδιώξεων θεωρείται «αντικειμενικό». Είναι φυσικό τα αδιέξοδα να είναι περισσότερα από τα απορήματα όταν το αποκαλούμενο λογοτεχνικό σώμα είναι βυθισμένο σε νοηματική φορμόλη.

Οι οπαδοί του βιολιού χωρίς δοξάρι, που έχουν την εντύπωση πως το βιολί βγάζει μουσική μόνο όταν το σπάζεις, βρίσκονται παντού. Και τα έργα τα οποία διαπύρως επικρίνουν (μα συχνότατα αντιγράφουν) τα επικρίνουν γιατί δεν ανταποκρίνονται στην ανάγκη μιας ιδεολογικής (ψυχολογικο-αισθητικο-πολιτικής) πρωτοκαθεδρίας. Εντέλει είναι μάλλον σπάνιο να συναντήσεις σήμερα κάποιον που δεν υποφέρει απλώς επειδή αντικατέστησε την αλήθεια με το ψέμα μα επειδή αντικατέστησε το ψέμα μ’ ένα ψεύτικο ψέμα, το δικό του, το ψέμα της απολύτως δικής του αλήθειας. Με βάση αυτές τις αντικαταστάσεις δεν είναι εφικτό να καταλαβαίνει τον εαυτό του, τους ανθρώπους και το νόημα του Κόσμου.

Η διευκρίνηση των όρων αντίθετος και διαφορετικός είναι καθοριστικής σημασίας. Το να αποσπάται κάτι σημαντικό από το έργο ενός δημιουργού εκτός «ανεκτού πλαισίου» και να τοποθετείται σε κείμενο «ανεκτού πλαισίου» ώστε να «αποκατασταθεί» ως δηλωτικό της «ορθής πλευράς», ώστε να συναντήσει την «πραγματική του σημασία» είναι κατάπτυστο. Στην απόλυτη σύγχυση των δύο όρων και στην πρακτική που προανέφερα στηρίζονται σχεδόν όλες οι εκφάνσεις του νεωτερικού  ποιητικισμού. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, συμβαίνει και αλλού, φανερώνει τον βαθμό ελεεινότητας μιας γενικευμένης πρακτικής που υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε ιδεολογικό θηλαστικό, σε συλλέκτη νεωτερικών αυταπατών.

Πόση συγγένεια αισθάνεσαι με την σημερινή εποχή και τις σημερινές κοινωνίες όπως έχουν διαμορφωθεί;

Θα επαναλάβω για πολλοστή φορά πως η ποίηση είναι δημιουργούμενο περιεχόμενο,  ειδάλλως αποτελεί απολυτότητα και η απολυτότητα αυτή παρουσιάζεται με όρους ιδεολογικούς διότι εάν παρουσιαστεί με όρους ποίησης θα αυτοαναιρηθεί.

Δεν υπάρχουν κοσμοθεωρίες που δεν προσπαθούν να θέσουν ένα τελειωτικό  νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη επικαλούμενες κάτι, και όταν αυτές επιδεικνύονται ή επικροτούνται εντέλει σε στίχους, καθιστούν το κείμενο τελειωτικό προς τις αναφορές και το νόημά του – αυτό υιοθετείται σχεδόν παντού ως βασικότατο κριτήριο, ως «ιδεολογική ιερότητα». Μεταξύ των φαντασιώσεων που συγκροτούν αυτήν τη «μεστή ποιητικότητα» εντοπίζει κανείς τον αγώνα για επιρροή και ικανοποίηση επιθυμιών. Σ’ αυτό το κειμενικό πράγμα που οι περισσότεροι ονομάζουν «ποίηση» δεν υπάρχει παρά κεκτημένη συναισθηματική αντίδραση και απόρριψη περιεχομένου.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο έτοιμο, προκαθορισμένο, από το να γράφει κανείς από το άκρο της άποψης μέχρι το άκρο του ιδανικού, συνεπώς κάθε κείμενο του οποίου το εύρος εκτείνεται μεταξύ αυτών των άκρων είναι παρωχημένο, όχι μόνο κατά τον τύπο μα και κατά την ουσία του. Συνεπώς δεν αναδεικνύεται αδικαιολόγητα.

Η υπέρβαση δεν αφορά -όπως πιστεύει η «ποιητική αφρόκρεμα της ελληνοφωνίας»- μόνο το υπάρχον και τους όρους του μα, εξίσου, το προτεινόμενο και τους όρους του. Το να διακηρύττει κανείς πως πιστεύει σε κάτι για να καταπραΰνει τις προσωπικές του ενοχές, είναι λευκή σημαία απέναντι σ’ εκείνο που φαντάζεται πως αντιστέκεται.

Αυτό ξεσκεπάζει επίσης την αιτία που οδηγεί σε ανάγκη σύστασης «κοινότητας» ενός, κατ’ ουσίαν, γκεμπελικού φρονήματος όπου απαγορεύονται ή εξαιρούνται οι διαφωνίες:  η υπάρχουσα, διαρκής  στον Χρόνο, κοινότητα, που διέπει αδιαχώριστα όλες τις υπάρξεις και μέσα στην οποία υπόκεινται στο κοινό περιεχόμενό τους, είναι αναντίληπτη ή μη αρεστή ακριβώς επειδή είναι αυτή που είναι και γίνεται αυτή που γίνεται. Η άρνηση ή η αποφυγή παραδοχής της υπάρχουσας ενδύεται υποχρεωτικά μια ιδεολογία έλλειψης εγγύτητας μεταξύ των ανθρώπων και κατά συνέπεια εξαναγκάζει σε απόλυτη εξάρτηση από διαβαθμίσεις ιστορικών και ιδεολογικών αισθήσεων οι οποίες, διόλου τυχαία, εξαρτώνται από ψευδή στοιχεία. Ο παραλογισμός αυτός είναι θεμελιακός.

Κάποτε θεωρούσαμε το διαδίκτυο συνώνυμο της πολυφωνίας και της δυνατότητας για ελεύθερη πληροφόρηση. Πως το βλέπεις σήμερα; Το διαδίκτυο μας κατευθύνει σε κοινωνίες πιο ανοικτές ή σε κοινωνίες περίκλειστες; Υπάρχει χώρος για την Ποίηση;

Ουδέποτε θεώρησα το διαδίκτυο συνώνυμο της πολυφωνίας και της αντικειμενικής πληροφόρησης. Τι μπορεί εξάλλου να σημαίνει «ελεύθερη πληροφόρηση» όταν σε αυτή προωθούνται ανεξέλεγκτα ψεύδη και εντυπώσεις ημιμαθών; Το ενενήντα πέντε τοις εκατό των πληροφοριών που διακινούνται στο διαδίκτυο είναι είτε ψευδείς είτε τροποποιημένες. Όσο για την πολυφωνία, θα πω ότι έχει αντικατασταθεί από μια υποχρεωτικότητα ομοφωνίας. Όσο αφορά την ποίηση, αυτή βρίσκεται σχεδόν παντού πια, επειδή είναι η ποίηση αυτών των φαινομένων, αυτών των εκφάνσεων.

Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την εικόνα, και τα Reels  videos έχεις σκεφτεί ότι υπάρχει περίπτωση κάποια στιγμή να ….ξεχάσουμε να διαβάζουμε κείμενα; Δηλαδή να οδηγηθούμε σε έναν νέου τύπου αναλφαβητισμό; Ή ακόμη χειρότερα σε εκ- βαρβαρισμό;

Οι διαδικτυακές επιρροές στον τομέα της γραφής, της ανάγνωσης και γενικότερα της γνώσης, είναι εντονότατες, κι έχουν υποβαθμίσει και τις τρεις. Ο  εκβαρβαρισμός παρατηρείται τουλάχιστον εδώ και μια εικοσαετία, δεν είμαι όμως διόλου βέβαιος τι εννοεί κανείς όταν αναφέρεται σε αυτόν.

Αρκετοί χρεώνουν στη σύγχρονη ποίηση το κυρίαρχο στοιχείο της υποκειμενικότητας και της έκφρασης του προσωπικού μικρόκοσμου του ποιητή. Θα ήθελες να το σχολιάσεις;

Δεν υπάρχει αδυναμία κατανόησης ή αδιέξοδο στη γραφή, που να μην παρουσιάζεται ως πρόβλημα παραδοσιακής εξουσίας ή αισθητικής επιβολής. Η αγωνιστικότητα της ιδεολογικής καθαρότητας που έχει κατακλύσει τα πάντα, είτε μέσω στιχικής ευγλωττίας είτε μέσω στιχικής αοριστολογίας δεν είναι κάτι τυχαίο, περιστασιακό. Δεν είμαι πια τόσο νέος ώστε να μου προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως οι υποστηρικτές της ανελευθερίας -δεν εννοώ μόνο της πνευματικής μα και της κοινωνικής- κάνουν λογοτεχνική καριέρα με καταγγελτικές θρηνωδίες.

Το φαινόμενο της έκφρασης στο οποίο αναφέρομαι εδώ και πάρα πολλά χρόνια ως φαινόμενο αντικατάστασης της ποίησης, δεν είναι μόνο κατά την έννοια και την πρακτική του αντίθετο της ποίησης μα και διότι η έκφραση είναι λίγο ή πολύ συμπλεγμένη με τη μεροληπτικότητα. Στην ποίηση δεν μπορεί να μεροληπτεί κανείς, μπορεί να τίθεται οριακά, να τίθεται κατά τρόπο ασυνήθιστο, μα δεν μεροληπτεί.

Όχι λίγη από την παλαιά και την παλαιότερη ποίηση αφορά την εποχή μας περισσότερο απ’ όσο η σύγχρονη, το ίδιο ισχύει και για την μελλοντική ποίηση που γράφεται σήμερα.

Πολλά κείμενα, επίσης, δεν είναι σημαντικά ως έργα ποίησης μα είναι ιδιαιτέρως σημαντικά ως δευτερεύοντα που βοηθούν σε συγκρίσεις ή αντιστοιχήσεις όπου, δίχως αυτά, τα προβλήματα κατανόησης για τους περισσότερους θα ήταν ακόμη πιο έντονα.

Στο περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας πιστεύω πως θα χρειαστεί τουλάχιστον μια πεντηκονταετία έως ότου καταστεί εκ νέου εφικτή η εμπέδωση, η κατάρτιση της λογοτεχνικής έννοιας και της λογοτεχνικής εμπειρίας. Της λογοτεχνίας -και ειδικότερα της ποίησης- ως δημιουργούμενη τέχνη, ως κυλιόμενο ντεμπούτο (όπως ανέφερα παλαιότερα) που από αιτία γίνεται απότοκο και από απότοκο γίνεται αιτία.

Εκτός από τις προόδους που συντελέστηκαν υπάρχουν πρόοδοι που συντελούνται τώρα, σήμερα. Αυτές ήταν και είναι σημαντικές όχι επειδή οι περισσότεροι συμφωνούν ή διαφωνούν με αυτές μα επειδή αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται δίχως τη διαστρέβλωση της «ανάγκης» ή της «επίσπευσης», γιατί κάθε αίτημα προόδου είναι ψέμα όταν δεν έχουν κατανοηθεί οι προηγούμενες πρόοδοι. Τόσο για την επιλογή νέας προόδου όσο και για την επιλογή επαναφοράς σε προγενέστερη.

 

08/10/25

Για τα "Εχέγγυα της Φύρας" / Κριτική του Μιχάλη Κατσιγιάννη και νέα συνέντευξη [Ologramma.art 8/10/2025]

Ο Μιχάλης Κατσιγιάννης επανήλθε στα Εχέγγυα της Φύρας με νέα κριτική και νέα συνέντευξη. Μολονότι δεν διαλαμβάνεται το περιεχομενικό αντικείμενο του έργου, η κριτική διαπνέεται από αίσθημα δημιουργικής αναγνώρισης και σε αυτή σχολιάζεται συνοπτικά μα επισταμένα η αισθητική του έργου και η θέση του στο πραγματικό εύρος της λογοτεχνίας. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα για την τιμή και το ενδιαφέρον.

https://ologramma.art/synenteyxi-toy-gianni-leivada-ston-michali-katsigianni-gia-to-vivlio-quot-echeggya-tis-fyras-quot/ 


 

 

 

02/01/24

Ο Δύστηνος Άγγελος / Συνέντευξη με αφορμή τις Ρουτίνες (Ίνδικτος 2022) [Χάρτης, Ιανουάριος 2024]

Συνέντευξη στον Γιώργο Μιχαηλίδη. Ιούνιος 2023.

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».



 

 

 

 

 

 

 

Ε: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

Α: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.

Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας  είναι δυσθεώρητο.

Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.

Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων.

Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.

Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω  αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.

Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων -ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν- μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη  διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της. 

Ε: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

Α: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθειμένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.   

Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.

Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην  ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων του δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.

Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.  shmas;ia

Ε: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε καθετί μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

Α: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.

Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.

Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού -αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού- αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών, την υποβάθμισε.

Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη,  ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με πρότυπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.

Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν  υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. 

Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.

Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας.    


 

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».

Αρχειοθήκη ιστολογίου