«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Chambre 16 - Hotel Paris Claude Bernard

 

Je décide seulement d'écrire

des imperfections contraintes

un petit hommage

 

étant donné les habitudes qui emploient

l'hier comme

les décombres

d'un maître irrésolu

 

sagesse étrangère

une incarnation de déchets transpersonnalisés

acuité exerçant un poème

à ce qui précède.

 

 

9/08/2020

Y. L.

Γιάννης Λειβαδάς: Εναρκτήρια επιλεγόμενα [Ο Αναγνώστης, 14/7/2020]

https://www.oanagnostis.gr/giannis-leivadas-enarktiria-epilegomena/




















α´

Όταν περιπλανάται κανείς στη λογοτεχνία, ταυτοχρόνως πλανάται διότι και η πιο αχανής ανοιχτωσιά δεν είναι παρά μία διαλογική, εποικοδομητική, συμπαιγνία, ακόμη και σε περιπτώσεις μη φιλογνωσιακής όσο και μη αντιγνωσιακής γραφής.
Η ποίηση ως έννοια εγχειρίζεται στον αναγνώστη με το προσπέρασμα των διαθέσιμων στοιχείων της και την αναγνώριση νοήματος των μεταβιβάσημων, τα οποία δεν έχουν ακόμη προοριστεί ως ενδεικτικές ή τυπικές παρατυπίες.
Η ποίηση, εάν πράγματι διαρκεί, το καταφέρνει διότι δεν μπορεί από κάποιο σημείο και πέρα, ως έχει, να διαρκέσει. Δημιουργεί νέες αποκαλύψεις. Εμμένω στη διατύπωση αυτή διότι ως επί το πλείστον, στην ποίηση ως έννοια και στο νόημα της ποίησης δεν εξετάζονται οι προεκτάσεις και οι επεκτάσεις, παρά μόνο η υποτέλεια στη συστημική αποδεκτικότητα και τον συστημικό αισθητικό παραδειγματισμό, οι οποίοι αποκτούν μία, παράλληλη με την ποίηση, διαδοχή από προεκτάσεις και επεκτάσεις. Η ποίηση όμως καθίσταται λεκτική λάσπη, πηλός έτοιμος για την πλάση απαιτούμενων αποδεκτικών ειδών, όταν δεν δύναται να συγκριθεί, ήτοι να συγκρουστεί και με το καλό – διότι η σύγκρουση ή η αντιπαράθεση με το κακό είναι προ πολλού διαδραματισμένη, εγγυημένη. Τι εννοείται και από ποιον, καλό ή κακό. Αυτό, σε επίπεδο αποδεκτικότητας, προσιδιάζει με την αυταπάτη πως ζει κανείς με την ποίηση και πως δίχως αυτήν δεν ζει, ενώ στα καθημερινά αποκαλυπτήρια της αλήθειας διαπιστώνει πως με την ποίηση μπορεί να ζήσει αλλιώς ή αλλιώς να μη ζήσει.
Η ποιητική περισυλλογή, όπως το έχω προηγούμενα εκθέσει, εάν είναι παρηγορητική στη βάση κάποιας δικαιωματικής ηθικής, περιορίζεται στην ισχύ της να μπορεί να θεωρείται αποδοτική σύμφωνα με διανοητικές ενέργειες οι οποίες μπορούν να αποδίδονται αποκλειστικά σε αυτή. Αυτό, προσωρινά, το ονομάζω ποιητικώς συμφέρον, μίασμα. Η μεταφορική ισχύς μιας αναφοράς σε κάποιον από τους όρους σύστασης του κόσμου δεν είναι υποχρεωτικά υψηλότερη απ’ ενός ευτελούς πράγματος. Μια επίκληση στον Απόλλωνα δεν αποκλίνει από μια επίκληση σ’ έναν λεμονοστύφτη, η κεντρικότητα της ανάδειξης μιας καθολικής σημασίας δεν αποκλίνει οπωσδήποτε από την κεντρικότητα της ανάδειξης μιας κοινότυπης εκδήλωσης, μιας τολμηρότητας , ας πούμε, στην ανοιχτή αγκάλη της ευρείας αναμονής για κάποια ωφέλιμη τολμηρότητα, που δύναται να αναβιβάσει το όλο φαινόμενο σε λύση ενός προβλήματος που δεν υφίσταται. Εάν υφίστατο ένα τέτοιο πρόβλημα, στη θέση της κατάστασης της ποίησης που είναι η ποίηση δίχως πρόβλημα, τότε το πρόβλημα αυτό θα περιείχε μια πανίσχυρη απελευθερωτική εξουσία και η ποίηση θα ήταν η τέχνη συντήρησης μιας επιτυχημένης, ή έστω σταθερά απελευθερωτικής, ανωτερότητας, μιας αντι-κατάστασης η οποία θα προσδιοριζόταν από πλήρη άρνηση παραδοχής των επόμενων προεκτάσεων και των επεκτάσεων του ποιητικού περιέχοντος: η γλώσσα και η ποίηση θα ήταν ένα και μάλιστα αφηρωισμένο, οριστικά εποπτευμένο τρέχον. Οι λέξεις όμως εξακολουθούν να διευρύνουν τη σχετικότητά τους, αλλάζουν μέσω μιας ολοένα και πιο εμπλουτισμένης, ιθύνουσας απροσδιοριστίας.
Σύμφωνα με την οργανική αντιμετάθεση, η ποίηση διαθέτει έναν ορισμό βάσης, ένα είδος θεμελίου το οποίο, όμως, ανανεώνεται διαρκώς απ’ τους κολαφισμούς του. Οι κολαφισμοί την καθιστούν ποίηση, όχι τα άπειρα είδη ευαισθησίας που αποκτούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο  επικοινωνιακή, εκφραστική ή θεωρητική νομιμότητα και ασφαλώς,  κατά τις υπάρχουσες προεγκρίσεις, αυτονομία. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αντιφατικά και ανακόλουθα προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο ακύρωσης.
Στις ποιήσεις η διάκριση αποτελεί μορφή και έκφραση ενός διακρινόμενου, στην ποίηση η διάκριση αποτελεί κενωτική  υπόσταση ενός περιεχομένου ή, ορθότερα, αποτελείται από μια αυτοαναιρούμενη υπόσταση περιεχομένου το οποίο κατά τούτο και μόνο καθίσταται διακρινόμενο.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η ποίηση είναι καταστασιοφόρος, δεν καθορίζεται από τις ψυχικές ή συναισθηματικές στάσεις της λεγόμενης αισθητικής εμπειρίας, διότι και οι δυο τους εξαρτώνται από την οργανική εποπτεία του ποιητή, η οποία κατ’ αυτή τη συνθήκη δεν καθίσταται γνωσιολογική μα πιο αληθινή∙ οι εξαρτήσεις της έχουν αναλυθεί στον καταποντισμό της συνείδησης. Η οργανική αντιμετάθεση καθιστά την εμπειρία της τρέχουσας ποίησης πεπερασμένη και ανάγει την ποιητική δημιουργία σε συνθήκη κενότητας όπου η αντίληψη και η υλοποίηση της ποιητικής τέχνης συνεπάγονται την ευταξία ενός κενού, με το οποίο ο ποιητής αποκτά πρόσβαση στο ακαθόριστο.
Οι ποιήσεις γύρω μας είναι, πάνω απ’ όλα, αντικαταστάσιμες. Η ποίηση δεν είναι. Η άρνηση αναγνώρισης αυτής της αντικαταστασιμότητας είναι άρνηση της ποίησης και η επαλήθευσή της εντοπίζεται στη μη αντικαταστάσιμη φύση της ποίησης. Η διαφορά δεν είναι συγκριτική, είναι αβυσσώδης. Αυτό ισχύει για κάθε ποίηση που διαφέρει από τις ποιήσεις. Πρόκειται για διαφορά ετύμου.
Η ποίηση, όπως ανέφερα στην αρχή του κειμένου, διέπεται από κολαφισμούς, ενώ οι ποιήσεις διέπονται από άλλα πράγματα. Η ποίηση είναι άπαυστη ως αποτυχημένη απόπειρα προσέγγισης του απροσέγγιστου  ενώ οι ποιήσεις αποτυγχάνουν διότι δεν αποπειρώνται μια τέτοια προσέγγιση. Η ποίηση, εν ολίγοις, δεν περιέχει απλώς κάποια γνώση αποτυχίας, είναι αποτυχία∙ οι ποιήσεις δεν διαθέτουν καν γνώση αποτυχίας, την επικαλούνται διότι δεν έχουν γνώση εκείνου που δεν υπάρχει για να προσεγγίσουν ή να το δημιουργήσουν.
Η εκπλήρωση ενός τίποτα είναι ύπαρξη ενός τίποτα εντός της εκπλήρωσης του τίποτα, συνεπώς η προοπτική της διάκρισης, της επίτευξης, της αποδεκτικότητας, επικαιροποιούν συντηρητικά κάτι:  ένα κατασκευασμένο ίχνος αξιοποίησης μιας εκπροσώπησης η οποία με τους παντοίους τρόπους που ορίζουν τον αποδεκτό τρόπο, αυτό-εκπροσωπείται ώστε να αποφύγει την ποίηση∙ το τελείωμα μιας αρχής μετά από ένα τέλος.
Εφόσον κάποιο νόημα, διαρκώς επικαλούμενο, ορίζει την εγγενή πραγματικότητα ενός ποιήματος, το ποίημα αποτελεί ανακοίνωση συνειδητοποίησης ενός κινήτρου, το ποίημα δεν είναι ποίημα. Το ποίημα, σύμφωνα με την κοινή αποδεκτικότητα, είναι λοιπόν «κάτι που είναι όπως το λέω επειδή κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να το πω». Ενώ το ποίημα δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνο που δημιουργώ κατά τον τρόπο που δεν μπορώ να το δημιουργήσω.


β´

Η ποίηση, όταν δεν υποβάλλεται ως απορροφημένη ταυτότητα της ανυποστήρικτης ιδέας της, υποβάλλεται μάταια ως συμβιβαστικό ξέσπασμα απαιτώντας, συχνά με κραυγαλέο τρόπο, μια νέα συνδιαλλαγή σε επίπεδο αποδεκτικότητας η οποία, μετά από άπειρες επαναλήψεις, έχει μετατραπεί σε «τεχνοτροπία»: η πραγματικότητα νοθεύεται, ίσως και να εξαφανίζεται, τίποτε όμως δεν συμβαίνει στην αλήθεια, σ’ αυτό που δεν γνωρίζουμε γνωρίζοντας τα όσα γνωρίζουμε.
Οι ποιητές πελαγοδρομούν στο, κατ’ αυτούς, πανίσχυρο ρεύμα των λεκτικών πραγματοποιήσεων που αφήνουν πίσω τους, ο ποιητής αντιμετωπίζει την κενωτική ενδυνάμωση του δημιουργήματός του.
Η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις υπο-εποπτείες που δημιούργησε ο φόβος παντελούς απώλειας ελέγχου της ποιητικής γλώσσας, η οποία απώλεια αποδείχθηκε εντύπως (τα τελευταία εκατόν είκοσι χρόνια, εξαιρουμένου ενός συνόλου λίγων δεκάδων ποιητών ανά την υφήλιο), προσπεράστηκε με κλειστά τα μάτια και τα μυαλά, καταπέφτοντας σε πρωτοποριακή γενικότητα, στην αντιπροσώπευση επανασύλληψης μιας κατάπτωσης όπου το ποίημα αποτελεί εύλογη ανακατασκευή μιας, πλήρως ανανεωμένης, αυτοαναφορικότητας η οποία είναι στο εξής κοινωνική και όχι ατομική.
Η ποίηση μπορεί να θεωρείται από ορισμένους εργαλείο κατανόησης, εάν ήταν πράγματι όμως δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια η κατανόησή της, όπως είναι κατά τον τρόπο που απ’ το περιεχόμενό της τεκμαίρεται. Ένα κείμενο τυπωμένο στη σελίδα ενός βιβλίου που κατατάσσεται στον τομέα της ποίησης δεν είναι υποχρεωτικά ποίημα, τουναντίον για την κατάταξη ενός βιβλίου στον εν λόγω τομέα προϋποτίθεται η ύπαρξη ποιημάτων στις σελίδες του. Κάνω λόγο για την κατάσταση της ποίησης όπως αυτή λειτουργεί οργανικά κατά την έκθεσή της. Η ποίηση δεν περιέχεται στο περιβάλλον της, όντας η ίδια δοχείο κενότητας το περιέχει.
Η αδόμενη αγνεία όσων γλωσσίζουν στον ναό μιας ποίησης την οποία θεωρούν πατριοδογνωσία ή εννοιακή οσιότητα, αποτελεί πιθανώς το τελικό στάδιο προσπάθειας ικανοποίησης από την απουσία ενός επομένου στην ποίησή τους – το οποίο δεν τους προσφέρεται διότι δεν είναι δημιουργοί του. Αρνούνται να παυθούν μέσα στο έργο τους.
Ιζηματικώς ακολουθεί η αδόμενη αγνεία όσων διακατέχονται από φόβο ερμηνείας – άρνηση αντιμετώπισης της ερμηνείας που φέρει το ποίημα, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα που τους αναλογεί απ’ αυτό δεν είναι σημαντικότερο από την αυτεπίγνωσή τους.
Το ποιητικό έργο κατάγεται απ’ τις αποκαλυπτικές, διαφοροποιητικές, λειτουργίες μιας ενεργητικής αδυνατότητας η οποία συνίσταται στη δημιουργία έργου το οποίο δεν κατάγεται. Μερίδιο ελέγχου του ποιητή, ο ελεγκτικός κόλαφος που καταφέρνει σ’ αυτόν το αδημιούργητο περιεχόμενο.

Παρίσι
Νοέμβριος 2019 – Μάρτιος 2020

Η λογοκλοπή δεν είναι ποίηση διότι η ποίηση δεν είναι λογοκλοπή



Ξεκινώ αυτό το σημείωμα σχετικά με το φαινόμενο της λογοκλοπής, συνθέτοντας δύο παλαιότερα, δημοσιευμένα σημειώματα, του 2009 και του 2016, τα οποία εξοπλίζουν την τοποθέτησή μου με ορισμένες προκαταρτικές νύξεις, οι οποίες θαρρώ πως είναι αναγκαίες.

α) Γνωστή η δραστηριότητα της λογοκλοπής, και ακόμη πιο γνωστές οι μέθοδοι με τις οποίες την καταφέρνει κανείς. Η λογοκλοπή καθίσταται συνήθως εμφανής διότι η φύση της είναι τέτοια, διάτρητη. Δεν έχει κανείς παρά να διασταυρώσει δύο ή περισσότερα κείμενα για να διαπιστώσει την ύπαρξή της. Αυτή η δουλειά της διασταύρωσης δεν είναι μόνο άχαρη, αλλά και χρονοβόρος. Κι όμως, προς όφελος κάποιων ποιητών και ποιημάτων, εμφανίζονται ανά καιρούς ορισμένοι που διαθέτουν και τον χρόνο και το ενδιαφέρον για να ασχοληθούν με την διασταύρωση κειμένων. Πράττουν καλώς.

Στο «λογοτεχνικό»  περιβάλλον μιας χώρας όπου ο αγώνας για το πάνω χέρι έχει εκτοπίσει σχεδόν όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες και διεργασίες, δεν αποτελεί έκπληξη το εκτεταμένο φαινόμενο της λογοκλοπής. Απεναντίας, αυτό το περιβάλλον όπου βασιλεύει η αισθητική καπηλεία, η μικρομέγαλη εξουσία των διαχειριστών ορισμένων ψηφιακών και έντυπων λογοτεχνικών επιθεωρήσεων, η συστηματική και στοχευμένη συκοφάντηση λογοτεχνών, οι χειραγωγήσεις, οι λοιδορίες, οι παραχαράξεις και οι δικαστικές περιπέτειες, φαίνεται πως αποτελεί το καταλληλότερο καταφύγιο για αυτήν.

Οι μυσαροί που περνούν την ώρα τους ασχολούμενοι με τις ζωές και τις επιδόσεις των άλλων είναι αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς να εξαφανίζουν τα χνάρια τους. Πώς να βγαίνουν λάδι από κάθε βρομερή πράξη. Ξέρουν τι πρέπει να εξαφανίσουν και τι χρειάζεται να κρατήσουν ώστε να το επιδείξουν για να καταπλήξουν το κοινό τους.

Τα χνάρια των υπολοίπων είναι φανερά, ακόμη και αν έχουν αφήσει σημάδια σε λάθος πεδία, ακόμη και αν μία ή περισσότερες φορές επρόκειτο για τα χνάρια μιας καλής προαίρεσης η οποία υπέστη τελικώς την εξαπάτηση. Ακόμη και αν η άμβλυνση των αιχμών δεν είχε τελικώς σκοπό την επικοινωνιακή εξομάλυνση, αλλά την επιτηδευμένη συμπάθεια ώστε ο γελασμένος να πάψει να αποτελεί στο εξής «απειλητικό», τουτέστιν αντικειμενικό κριτή. Κι ο γράφων εδώ είναι πολύπειρος επ’ αυτών.

Με τέτοια έκταση που έχουν λάβει αυτά τα φαινόμενα αναρωτιέται κανείς ποιος θα απομείνει στο τέλος καθαρός και έχων τη δυνατότητα κρίσης αυτής της κατάστασης.

Και γιατί το λέω αυτό. Διότι η λογοκλοπή, λ.χ., δεν είναι κάτι που διαπιστώνεται μόνον με τον βροντώδη τρόπο της αποκάλυψης κατόπιν της σύγκρισης δύο, ή και περισσοτέρων, κειμένων εκ των οποίων έχει προκύψει, ως προϊόν κλοπής ένα άλλο. Αυτή, αν θέλετε, είναι η πιο γνωστή μορφή της λογοκλοπής. Υπάρχει και μία ακόμη, πιο διαδεδομένη και μάλλον πιο επικίνδυνη «λογοκλοπή» (υπό την έννοια της πάγιας εγκατάστασής της ως αποδεκτής και αξιολογούμενης λογοτεχνικής μορφής).

Πρόκειται για λογοκλοπή υπό την έννοια της αφαίρεσης του λόγου, της λογοτεχνικής ουσίας, όχι όμως προς χρήση, μα προς απόδειξη εξαφάνισης, προς επιτηδευμένη απόδειξη απουσίας του μεγαλειώδους, ώστε να αναθαρρέψει και να παγιωθεί, με λογοτεχνικούς όρους, η κακομοιριά, η μετριότητα.

Ετούτη η λογοκλοπή, παρότι πιο χονδροειδής και εκτεταμένη από την γνωστή σε όλους λογοκλοπή, ανιχνεύεται μόνο με την απλή μέθοδο της ανάγνωσης. Με το κορφολόγημα που εφαρμόζει στο γραπτό κείμενο η διάνοια, το πνεύμα.

Η λογοκλοπή για την οποία μιλάω αποκαλύπτεται μέσω της αβουλίας που η ίδια παρουσιάζει όταν έχει λάβει τη μορφή ενός γραπτού, ενός εντύπου. Αποκαλύπτεται μέσω της παγερής αδράνειας από την οποία διακατέχεται το κείμενο. Οι λέξεις λαμβάνουν μα δεν προσφέρουν. Ο ρόλος του κειμένου είναι ένας, να παγιώσει τους συσχετισμούς και τις διανοητικές αναλογίες του αναγνώστη, καθηλώνοντάς τον στο προϋπάρχον. Ο λόγος έχει κλαπεί από το κείμενο, έχει βιαίως αποσπαστεί, και το κείμενο όντας πλέον πιο ανήμπορο από τον αναγνώστη, τον αχρηστεύει. Ο αναγνώστης σκοντάφτει πάνω στις γνώριμες πτυχές του εαυτού του, πάνω στις καλοδιατηρημένες υπερβολές, επικάθεται αναπαυτικά πάνω στις ακαταμάχητες αντιπροσωπεύσεις της πολυαγαπημένης του καθίζησης.

Η κλοπή του λόγου. Η κλοπή από σένα για εσένα τον ίδιο. Ο αφανισμός του κεφιού, η πάταξη του εναπομείναντος σθένους. Αλλιώτικα ο κλέφτης θα είναι αναγκασμένος να παίζει με τη φωτιά. Αλλιώτικα θα χαθεί στην απεραντοσύνη της μειονότητας. Θα χάσει τον πλουραλισμό των μυσαρών.

Η κλοπή της φωνής. Να απομείνει μονάχα ο άναρθρος κοχλασμός. Μοναδικός εχθρός όλων αυτών η, δυσεύρετη πλέον, λογοτεχνία. [2009]

β) Η λογοκλοπή (στην ποίηση, στο δοκίμιο, στην πεζογραφία, στα άρθρα, στις κριτικές) είναι καθεστώς - αυτό το θέτω επανειλημμένα εδώ και κάμποσα χρόνια. Λογοκλοπή δεν αποτελεί μόνο η ευκόλως αποδείξιμη, κατόπιν σύγκρισης, απτή χρήση ξένων κειμένων μα και η χρήση προϋπαρχόντων κειμένων η οποία συνθέτει ένα κείμενο ή ένα βιβλίο κατά τον τρόπο που ο γράφων δεν χρειάζεται να επινοήσει μα απλώς να ανασυνθέσει τα γνωσιακά και αισθητικά στοιχεία που τον ενδιαφέρουν.

Η αποδοχή της λογοκλοπής ξεκινά στα λογοτεχνικά περιοδικά. Οι περιοδικάριοι και υπεύθυνοι ύλης αποδεικνύονται εξίσου αδιάβαστοι και ημιμαθείς με την πλειονότητα όσων αποστέλλουν κείμενα προς δημοσίευση. Οι ηνίοχοι αυτών των λογοτεχνικών αρμάτων, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν, να εντοπίσουν, πως ένα μεγάλο μέρος των κειμένων που δημοσιεύουν, αποτελεί ελαφρά παραλλαγή ή αντιγραφή προϋφιστάμενων έργων. Αυτό σημαίνει πως μία ή δύο γενιές λογοκλόπων ευημερούν στην Ελλάδα καθόλα ανεκτές, εγκυροποιημένες. Μια δεύτερη ακαδημία έχει γεννηθεί, μόνο που ετούτη, ακόμη χειρότερη, πρωτεύει στη φενάκη: τη μοναδική προϋπόθεση που καθιστά τις παραλλαγές και τις αντιγραφές δημοσιεύσιμη ύλη.

Το αυτό συμβαίνει και στον τομέα των εκδόσεων όπου η λογοκλοπή ανθεί κατά τους δύο τρόπους που προανέφερα.

Άπαξ, λοιπόν, και τεθεί ζήτημα συγκεκριμενοποίησης της λογοκλοπής, η έρευνα πρέπει να ξεκινήσει από τα λογοτεχνικά περιοδικά και να ολοκληρωθεί στις εκδόσεις βιβλίων.

Ένα τέτοιο ζήτημα, βεβαίως, δεν πρόκειται να τεθεί γιατί εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι η λογοτεχνία μα το θεαθήναι, η συμπτωματική κοινότητα και το όποιο κέρδος αυτή αποφέρει. [2016]

Ο κύριος Γαραντούδης μπορεί να διδάσκει τι είναι η ποίηση σ’ εκείνους που δεν έχουν διακρίνει και αντιληφθεί τις μεθόδους και το περιεχόμενο της ποίησης, καθώς και σ’ εκείνους που θα εξακολουθήσουν να χρίζουν εκπαίδευσης σχετικά με το τι είναι ή δεν είναι η ποίηση. Δεν διδάσκει όμως και δεν δύναται να διδάξει τους τίμιους αναγνώστες και τους ποιητές. Αντιθέτως, οφείλει να διδαχθεί απ' αυτούς.

Ο κύριος Γαραντούδης προασπίζεται ένα μαγαζί (συνειδητά δεν χρησιμοποιώ καν τη λέξη κατάστημα), ένα κλειστό σύστημα θεσπίσεων οι οποίες λειτουργούν σε ένα ακόμη πιο κλειστό κύκλωμα προσώπων των οποίων την πραγματική ειδικότητα γνωρίζουν μόνον τα ίδια αυτά πρόσωπα – δεν προασπίζεται την ποίηση και ουδέποτε, με βάση τα δημοσιευμένα του έως σήμερα κείμενα, την προασπίστηκε, προασπίστηκε και ανέδειξε τις προσπάθειες συγκεκριμένων προσώπων, προασπίστηκε, δηλαδή, επιλεκτικά ορισμένες πτυχές της ποιητικής οι οποίες ως είχαν και ως έχουν μήτε ίδρυσαν τη νέα ελληνική ποίηση, μήτε προήγαγαν τη λεγόμενη σύγχρονη ποιητική ελληνοφωνία. Ή εάν ίδρυσαν κάτι ή το προήγαγαν, αυτό δεν διασάλευσε την προχωρητική της συνέπεια.  

Ο κύριος Γαραντούδης, λοιπόν, όταν προβαίνει σε ελεεινές δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες είτε ουδετεροποιείται είτε απαλλάσσεται η λογοκλοπή και η απουσία δημιουργικής επινόησης στον τομέα της ποίησης, δεν χρίζει ο ίδιος απάντησης, μα απαξίωσης.

Ο έντεχνος μετατοπισμός ενός πραγματικού, αποδεδειγμένου  προβλήματος που μαστίζει τη νεοελληνική λογοτεχνία, στο επίπεδο συγκριτικής αναφοράς με τις ανάγκες ανασύνθεσης και ανασυγκρότησης του ποιητικού λόγου στις αρχές του περασμένου αιώνα, καταδεικνύει το εύρος μιας τερατώδους ημιμάθειας και μιας θλιβερής παρασιώπησης.

Στο ξεκίνημά του ο ποιητικός μοντερνισμός, η πιο σωστά ένα μέρος του ποιητικού μοντερνισμού, εκείνο που δεν αποκολλήθηκε ποτέ από την προστατευτική ζώνη της θεσμοποιημένης λογοτεχνικής έκφρασης, είχε, κατά πως καταγράφηκε και τεκμηριώθηκε, ανάγκη ορισμένες διακειμενικές αναγωγές, ορισμένες γλωσσο-γνωσιακές συγκλίσεις. Για τη σύστασή τους, ιδιαίτερα γνωστοί μα και άσημοι ποιητές προέβησαν σε λιγότερο αθώα όσο και διόλου αθώα κειμενικά δάνεια μα και σε ωμές λογοκλοπές, τις οποίες αργότερα παρουσίασαν πιο μεθοδικά ως εργαλειακές μεσολαβήσεις της ποιητικής τους.

Σήμερα κάτι τέτοιο -μολονότι το συστημικότερο κομμάτι του μεταμοντερνισμού εξακολουθεί τη χρήση του- αποτελεί απερίφραστα λογοκλοπή.

Οπωσδήποτε το φαινόμενο της λογοκλοπής δεν αφορά μόνο τον κύριο Βλαβιανό αλλά και μία σειρά από λιγότερο και περισσότερο γνωστούς νεοέλληνες ποιητές. Επί του προκειμένου όμως, εάν ο κύριος Βλαβιανός χρειάζεται συνήγορο, τότε ο κύριος Γαραντούδης οφείλει όχι μόνο να τεκμηριώσει κατά ποιον ή ποιους τρόπους ο κύριος Βλαβιανός είναι ποιητής του ρεύματος του συστημικού μεταμοντερνισμού (;), αλλά και ποια επαγωγική ή άλλου είδους σχέση τον συνδέει με τους ποιητές του πρώιμου μοντερνισμού (;) και, επίσης, να τοποθετηθεί επισταμένως πάνω στο ζήτημα απουσίας ή μη απουσίας της δημιουργικής επινόησης – διότι συγκριτική ανασύνθεση μπορεί να υπάρξει μόνο στον βαθμό που δεν μπορεί να υπάρξει επινόηση από δεύτερο χέρι.

Η λογοκλοπή ως συμβατότητα, καθιερωμένη πια ως ηθικό και λογοτεχνικό θέσφατο, γιγαντωμένη λόγω της δημιουργικής αδυναμίας που χαρακτηρίζει εν γένει τη νεότερη ποίηση∙ εμφωλεύει επιτυχημένα καθώς εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς η αυτονομία και πρωτοτυπία. Η επινόηση και η ιδιοσυγκρασία παρακάμπτονται μέσω του δικαιώματος της λογοκλοπής, από τους «πλέον άξιους ποιητές».

Οι υποστηρικτές αυτής της εξαιρετικής ανοησίας θα χρειαστεί να εξετάσουν την τέχνη της ποίησης από την αρχή, από τα προκαταρκτικά της σημεία καθώς δεν γνωρίζουν πως η λογοκλοπή δεν έχει μήτε είχε ουδεμία σχέση με τη λεγόμενη διακειμενική κατάκτηση. Η οποία δεν κρίθηκε και δεν πρόκειται ουδέποτε να κριθεί από τους υποστηρικτές μιας τέτοιας χωλότητας όπως η θεσμοποίηση της λογοκλοπής. Η διακειμενική κατάκτηση είναι κριτική επανεξέταση, ανασύσταση ενός περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν εντοπίζεται ως λογοκλοπή, δεν πρόκειται για αντιγραφή, ούτε για δάνειο, ούτε για παράθεση ξένου κειμένου – πρόκειται για δημιουργική διάρρηξη, όχι μάλιστα προς το άλλο κείμενο, μα, αντιθέτως, προς το ίδιο κείμενο.

Ο Βλαβιανός δεν εφάρμοσε ουδέποτε τη διακειμενική κατάκτηση, εφάρμοσε πολλάκις τη λογοκλοπή, όπως και όλοι οι υπόλοιποι βλαβιανοί της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.



Παρίσι 7/7/2020


Αρχειοθήκη ιστολογίου