«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Yannis Livadas - La Chope Daguerre / Autoreportage [Edizioni Kolibris, Italia, 2020]

https://edizionikolibris.net/index.php/2020/06/26/yannis-livadas-la-chope-daguerre/











Yannis Livadas - La Chope Daguerre


Yannis Livadas, La Chope Daguerre. Autoreportage Traduzione e prefazione di Stefano Serri
Edizione bilingue: francese / italiano 

Con uno scritto dell’Autore  
ISBN: 978-88-99274-73-3 Pp. 76, € 12








Il tema principale de La chope Daguerre è l’equilibrio tra la durezza del patrimonio intellettuale e poetico e la chiamata alla creazione sotto il peso del caos personale. La presenza di Blaice Cendrars nel poema rappresenta l’eredità, tutto il resto fa parte della lotta di un poeta oggi. Il linguaggio poetico induce a sé un’implosione che rivaluta la posizione, l’intelletto e il carattere dell’individuo. Cioè, la creazione prende il sopravvento e lascia da parte il famoso riconoscimento della poesia: la questione di questa sintesi poetica è la creazione secondo il modo in cui non si può fare.
Yannis Livadas


1+1 poemas de Yannis Livadás (Vallejo & Co.)

http://www.vallejoandcompany.com/11-poemas-de-yannis-livadas/




















Disección de cuatro recuerdos en la Rue Casimir Delavigne


1.
La errancia, una acción rigurosamente filosófica,
recuerda algo de sus abuelos terrenales.
Lo último que obtienes es hado.
La antigua conciencia, que a cada instante de nuestra ignorancia
tenemos la impresión de que algo le ha ocurrido,
solo duerme entre las patas delanteras de aquel
marmóreo menhir
de doble naturaleza en la vitrina central.
El espíritu se desvela en la jubilosa imagen de un libertino.
E incluso de otro.
Y mientras no haya nada más normal que el fin
la gente
halla otros temas para olvidarse.
En un lugar ilocalizable
llega la hora en que las palabras se entregan a sus jefes.


2.
Nunca me desesperé.
Y ya basta de belleza tal y como la conocían.
Tropiezo a bordo del barco que
zarandea Ranajit Jana,
el tipógrafo de mi nuevo libro
en Calcuta.


3.
Entro en la biblioteca nacional.
Ese es, per se, un buen verso.
Conversan en voz baja sobre el último premio Nobel.
La funcionaria ex toxicómana peor
 ahora con ese pelo apelmazado
y mirada de chacal.
Digo: ¿Dónde puedo encontrar esto? Y
querría como fuese mirar aquello.
Me dice que ninguna de las dos cosas puede ser,
la fundación está en reformas.
Pero puede si quiere
firmarme su último libro
(me reconoció).
El bolígrafo deja de escribir y
mi nombre se lee hasta la mitad.
Presiono la punta, pero ella me dice que no importa
así está bien.


4.
La trata de esclavos de los lectores
es prueba
de poesía.

2008



Souk Dakhli


Durante todo el invierno la mentalité
se halla en las alturas (uso la palabra francesa,
para que la griega, que seguro descuella,
no me haga responsable del delito de uso).
Con los inicios de la primavera la fórmula se estropea un tanto.
La francesa no basta y la griega penetra
cada órgano vital, intentando infligir
alguna de las sobresalientes conquistas
de la luz del negro sol mediterráneo.
Impresión completa del desmedido ataque
que el presente recibe desde el perforador descenso
del conocido complejo de las porciones
que al final conducirán a una embriaguez a mediodía
fuera de programa
y a una siesta.
Las Escalas se sobresaltaron».

2009





*(Grecia, 1969). Poeta, ensayista y traductor griego. Reside en París (Francia). En los últimos años realiza ensayos y traducciones sobre poesía estadounidense, manteniéndose conectado con la tradición del jazz/avant-garde. Parte de su obra poética se basa en improvisaciones. Desde 2008, tanto en su obra poética como en su crítica literaria, promueve la creación artística que, por su indeterminación en el significado y su innovación estructural, mayores de lo habitual, denomina anti-permutación orgánica.

Γιάννης Λειβαδάς, συντέντευξη με τον Γιώργο Πάνο στο Fractal.gr: "Γνωρίζω τι είναι η ποίηση μόνο εφόσον δεν ερωτώμαι"

https://www.fractalart.gr/giannis-livadas/












– Θα θέλατε να πείτε δυο λόγια για το πώς ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση;
 Σημασία έχει πού φτάνει κανείς και όχι το πώς και πότε ξεκινά. Θυμάμαι πως έγραφα ποιήματα όταν ήμουν δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρόνων, ήταν μία δραστηριότητα που μου έδινε την ψευδαίσθηση πως λειτουργούσα σε παράλληλο σύμπαν. Δεν γνωρίζω πώς ξεκίνησα, θυμάμαι όμως πως το εκτόπισμα εκείνης της ορμής ήταν ίδιο με την άρνησή μου να επικοινωνώ τακτικά με τους ανθρώπους.

– Στα ποιήματά σας κυριαρχεί το στοιχείο της ανατροπής και της έκπληξης· κι οι δυο χαρακτηρίζουν με έμφαση την ποίηση όμως στις μέρες μας δεν συναντώνται συχνά. Ποια η ζεύξη με την «οργανική αντιμετάθεση». Πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο;
Στην οργανική αντιμετάθεση δεν υπάρχουν λεκτικές, συντακτικές εκτάσεις, που να μην φέρουν ποιητικό περιεχόμενο. Τα συμφραστικά στοιχεία μετατράπηκαν σε καταλυτικά καθώς τα καταλυτικά μετατράπηκαν σε συμφραστικά. Εντούτοις δεν κάνω λόγο για έναν συνοπτικό οδηγό ανάγνωσης. Εξακολουθούν να ισχύουν κάποιες τυπικές προϋποθέσεις, μολονότι αυτές είναι πλέον εξοβελισμένες. Ο αναγνώστης είναι καλό να διαθέτει μια κάποια εμπειρία στις ακμές της λογοτεχνίας, να αναζητά τουλάχιστον ένα άδειασμα των συμβατικών του υποδηλώσεων, να μην αποζητά την επανεδραίωση της κατάστασης στην οποία ζει, των απόψεων που τρέφει, να μην εμμένει στην  επαναξιοποίηση τεκμηρίων που έχει ήδη μεταχειριστεί και αναγνωρίσει.

– Μπορείτε να δώσετε έναν ορισμό της «οργανικής αντιμετάθεσης»; Πώς εντοπίζεται στο ποίημα;
Η οργανική αντιμετάθεση δεν είναι απολύτως οριοθετημένη, δεν είναι καν ολοκληρωμένη ως λειτουργία, πρόκειται για φαινόμενο υπό εξέλιξη – μπορεί κανείς να την προσεγγίσει μελετώντας τη σταδιακά, όπως εμφανίστηκε στα κείμενα, μα προς ώρας δεν είναι δυνατή μια πλήρης, λημματική (και με τις δύο έννοιες), ας πούμε, καταχώριση. Μπορεί επίσης να τη μελετήσει κανείς διαβάζοντας τα δοκίμια που έχω δημοσιεύσει, η φύση αυτού του φαινομένου παρουσιάζεται μέσα σ’ αυτά διεσπαρμένη.
Η ποίηση ως τέχνη δεν διαθέτει καταληκτικό ορισμό, διαθέτει ασφαλώς έναν ορισμό βάσης, ένα είδος θεμελίου το οποίο, όμως, ανανεώνεται διαρκώς απ’ τους κολαφισμούς του. Πρόκειται για επεξεργασία αμιγώς σε επίπεδο περιεχομένου, όχι νοήματος και σημασίας, κατά συνέπεια ορίζεται ένα καινούργιο πεδίο προσδιορισμών και ερμηνειών. Εδώ, αν θες, τίθεται ένα ζήτημα παραδοχής το οποίο δεν είναι λύση μα εισαγωγή σε νέα αυτότητα∙ καθώς δεν είμαι ακόμη σε θέση να πω την τελευταία μου λέξη, να αποδώσω τελειωτικά, δηλαδή, την οργανική αντιμετάθεση ή ορθότερα την ποίηση που έχω μόνο κατ’ ανάγκη ονομάσει έτσι, διότι έπρεπε να την ονομάσω κάπως για πρακτικούς λόγους. Η οργανική αντιμετάθεση αφορά κατά κύριο λόγο το ποιητικό όργανο, τον ποιητή, και δευτερευόντως την ποίηση, κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως, το δευτερεύον μετατρέπεται, εκ νέου και υπό άλλη συνθήκη, σε πρωτεύον.
Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μία δομική ή πραγματολογική απεικόνιση της οργανικής αντιμετάθεσης, στην ουσία δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν, να δώσω έναν ορισμό γιατί αρνούμαι να δώσω έναν ορισμό στην ποίηση όταν ερωτώμαι, διότι γνωρίζω τι είναι η ποίηση μόνο εφόσον δεν ερωτώμαι. Όπως σημείωσα σε ένα πρόσφατο δοκίμιο: η οργανική αντιμετάθεση είναι αντιφατική και ανακόλουθη προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο αναίρεσης. Είναι εξίσου αποτελεσματικό να μη γνωρίζει κανείς τίποτα γι’ αυτήν, να μην γνωρίζει καν πως υπάρχει.

– Το κενό παίζει κομβικό και ουσιαστικό ρόλο στην ποίησή σας ως φαίνεται. Γιατί και πώς το κενό;
Το κενό είναι η διάσταση που επιτρέπει την ποιητική λειτουργία. Διενεργεί, για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, τον ρόλο της κενής σελίδας, εντός του κενού στο οποίο η σελίδα περιέχεται. Πιστεύω πως η ποίηση ξεκινά από μια ολοκληρωτική ρήξη η οποία όμως δεν διέπεται από κάποιαν απόβλεψη. Το κενό είναι το απολύτως υπάρχον, η ποίηση που τεκμηριώνεται στο κενό είναι αληθινό περιεχόμενο, δίχως αληθινό περιεχόμενο δεν μπορεί κανείς να μιλά για ρήξη, για μεταστροφή. Ο ποιητής δημιουργεί κενό ώστε να δημιουργήσει ποίηση.

– Ασχοληθήκατε με μια σειρά ετερόκλητων επαγγελμάτων. Σίγουρα υπάρχουν πολλά βιώματα. Σε τι βαθμό τα βιώματα αυτά μετετράπησαν σε ποίηση;
Λίγη σημασία έχει η επαγγελματική πορεία. Το γεγονός υπογραμμίστηκε για πρώτη φορά από εκδότες και σχολιαστές οι οποίοι σκόπευαν στην ανάδειξη αυτών των εμπειριών σε αντιδιαστολή με τη συνήθη εικόνα ποιητών οι οποίοι έζησαν ή ζουν διαφορετικά από τον τρόπο που ζω. Δεν υπάρχει τίποτα άξιο σχολιασμού σε αυτό. Για να επανέλθω όμως στο ερώτημα, οι εμπειρίες που καθορίζουν τον άνθρωπο καθορίζουν και τα έργα του. Και υπεράνω όλων η εμπειρία της ύπαρξής του, της κατάστασης που δημιουργεί με το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον. Συνεπώς δεν υπάρχουν καθοριστικές εμπειρίες που να μην συνδράμουν, ας πούμε, στο λεγόμενο αποτέλεσμα της ποίησης. Η συμβολή ή ο επηρεασμός όμως, μη καθοριστικών βιωμάτων δεν παίζουν κανέναν ρόλο, θα έλεγα μάλιστα πως σκουπιδοποιούν τα γραπτά των ανθρώπων. Σ’ αυτό το σημείο υποχρεούται κανείς να εγκύψει στην καθοριστικότητα και όχι στο βίωμα.
Ο χορός της Τσαμούντα Κάλι που απόλαυσα στην Κέραλα δεν είχε την επίδραση εκείνης της απόλυσης όταν εργαζόμουν ως φορτοεκφορτωτής, το νεανικό μου δράμα δεν ήταν λιγότερο επιδραστικό από τα ιερά κείμενα του Σιοράν, το ασβεστωμένο κοιμητήριο του Λαράς μέσα στη νύχτα κόντεψε να σημάνει ίσαμε τις αιωρήσεις στην Κατανομή του Σαντράρ. Καταλαβαίνεις, μπορεί κανείς να εκθέτει στοιχεία τα οποία ως αναφορές δημιουργούν έλξη, όμως δεν εκθέτουν στην πραγματικότητα τίποτα.
Είμαι της άποψης πως είναι προτιμότερο να αποβάλλει κανείς όσο πιο έγκαιρα γίνεται την παρόρμηση αξιοποίησης του βιωματικού του πλούτου, ή τη φτώχεια των βιωμάτων του. Τόσο η πληθώρα όσο και η έλλειψη βιωμάτων μπορούν πολύ εύκολα να αμβλύνουν τη δημιουργικότητα ενόσω μοιάζει πως την υποβοηθούν και την υποστηρίζουν. Αξίζει ίσως να κρατήσει κανείς κάτι από το νόημα και τη σύγκριση των εμπειριών. Εδώ εμφανίζεται επίσης κάτι αναπόφευκτο, τι ακριβώς σημαίνει, τελικά, βιωματικό; Η ποίηση είναι στον άνθρωπο, ο άνθρωπος καθιστά σημαντικές τις εμπειρίες, δεν καθιστούν οι εμπειρίες σημαντικό έναν άνθρωπο.
Όσο αφορά την ποίηση, υπήρξα συστηματικός μα και σπασμωδικός, συνεπής μα και ανεύθυνος, απρόσεκτος. Ο συγκερασμός όλων αυτών κατέστησε την περίοδο έως το 2007, ιδιαιτέρως διδακτική και πλούσια σε αρνητικές και θετικές εμπειρίες, θέλω να πω, χρήσιμες και άχρηστες εμπειρίες. Αποτέλεσμα αυτής της ενεργητικής παλινδρόμησης ήταν η απόφαση έκδοσης των τριών πρώτων συλλογών, τις οποίες εάν εξαιρέσω πέντε ή έξι ποιήματα, τις έχω αποκηρύξει. Στην πραγματικότητα προέβαλαν το ζύγισμα μιας δευτερότερης ύλης η οποία πίστευα ανοήτως πως μπορούσε να παίξει τον ρόλο της εισαγωγής και συνάμα να προστατεύσει την επίσης ανόητη θέλησή μου να κρατήσω ένα άλλο υλικό αδημοσίευτο, δείγματα του οποίου είχα μοιραστεί με ελάχιστους ανθρώπους. Όλα αυτά, είχαν δημιουργήσει ένα σύμπλεγμα απίστευτα έντονων αντιθέσεων τόσο σε επίπεδο πρακτικών ενεργειών όσο και πνευματικών. Μπορώ να πω ότι η κατάσταση άρχισε να ξεκαθαρίζει από τα μέσα του 2008, όταν εκδόθηκε, έστω με σημαντικά προβλήματα επιμέλειας, εκείνο το τρίπτυχο. Μία περισσότερο εποικοδομητική επίδραση που προσέφεραν ορισμένες εμπειρίες, είναι φανερή σε ορισμένα από τα ποιήματα που βρίσκονται στις συλλογές οι οποίες  κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος.

– Λειβαδάς ποιητής, Λειβαδάς μεταφραστής: Βίοι τεμνόμενοι ή βίοι παράλληλοι;
H παραγωγή και δημοσιοποίηση μεταφρασμένων έργων με ενδιαφέρει και με αφορά ως επί το πλείστον σε επίπεδο τοποθέτησης και κριτικής επί των στοιχείων και των ζητημάτων που φέρουν τα μεταφρασμένα κείμενα, δηλαδή, το ενδιαφέρον μου δεν αφορά ειδικά τη μετάφραση και την παρουσίαση πληθώρας ξένων λογοτεχνικών κειμένων, μεταφράζω κείμενα τα οποία άπτονται των εισαγωγικών κειμένων, των δοκιμίων και των ερμηνευτικών παρουσιάσεων που έχω συντάξει. Η τοποθέτηση επί της λογοτεχνίας είναι το πρωτεύον, η τοποθέτηση του μεταφραστή κατόπιν της τοποθέτησης του μεταφρασθέντος. Την τελευταία δεκαετία το ενδιαφέρον μου εστιάζεται κυρίως στη γραφή πρωτότυπων και ειδικών κειμένων και δευτερευόντως στην καθαυτό μετάφραση, η οποία κάποια στιγμή θα αναθεωρηθεί, το εύχομαι, από κάποιον μελλοντικό πιθανώς καλύτερο μεταφραστή. Η τοποθέτηση όμως έχει μοίρα διαφορετική. Οι μεταφράσεις, σε ένα ποσοστό ενενήντα τοις εκατό, συνοδεύουν τη διατύπωση κρίσεων. Δεν θεωρώ πλέον τον εαυτό μου μεταφραστή υπό την τρέχουσα έννοια, είμαι ποιητής που ασκείται στη δοκιμιογραφία και τη λογοτεχνική διερεύνηση∙ οι μεταφράσεις ανάγονται στη δεύτερη.
Έχω την εντύπωση πως μετά την ολοκλήρωση των μεταφράσεων που έχω ήδη αναλάβει είναι πολύ πιθανό να επιστρέψω στον τομέα της χειρωνακτικής εργασίας.

– Τελευταία η ποίηση επισκοπείται και σχολιάζεται επισταμένως ως φαινόμενο κοινωνικό. Ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτό;
Δεν θεωρώ την ποίηση κοινωνικό φαινόμενο μολονότι μπορεί κανείς να την εξετάσει κατά τέτοιον τρόπο, υπό την έννοια πως θα ασχοληθεί με ένα ψήγμα που περιβάλλεται από μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα. Υπάρχει, δεν το αρνούμαι, ένας τέτοιος τύπος γραφής που φέρνει στην ποίηση. Η γραφή αυτή, περισπασμένη, αποδιοργανωμένη, την οποία προσπαθούν και επιτυγχάνουν να επιβάλλουν όσοι λιποθυμούν στην ιδέα της ποιητικής τέχνης, παραπέμπει στο φαντασιακό κέντρο όπου εντοπίζονται οι αναγωγές της, αυτή η γραφή ονομάζεται και θεωρείται επίσης ποίηση. Άλλοτε κλίνει προς την αμιγώς δημιουργική αδυνατότητα και άλλοτε προς τη  γλωσσική ένδεια.
Τελετουργίες ή πρακτικές με τελετουργικό χαρακτήρα, οι οποίες σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι∙ ας μπορούσαν τουλάχιστον να τις εκτελούν δίχως να σημαίνουν τίποτα. Η ενδοκειμενική παρουσία αποδέκτη αυτής της γραφής, δηλαδή η φαντασίωση ενός αποδέκτη, είναι αδιαμφισβήτητη, επειδή είναι κοινά αποδεκτή, το κοινό απαράλλακτων ανθρώπων είναι ο αποδέκτης που δίνει νόημα στην αράδα. Η αράδα αποτελεί κατ’ ουσίαν τετριμμένη σύμβαση. Εννοώ πως υπάρχει μία διακαής ανάγκη για ταύτιση η οποία χρησιμοποιείται ως φάρμακο, ως εσοχή στην οποία κρύβει κανείς την αλήθεια ή έστω τα σημάδια κάποιας αλήθειας που του αναλογεί. Λίγα πράγματα είναι τόσο εύκολα, τόσο καθεστηκότα, όσο μια από κοινού αποκάλυψη, δηλαδή μια αποκάλυψη σε απόλυτο σκοτάδι. Εννοώ στο εξής, στη σύγχρονη εποχή, διότι ανάλογες απόπειρες που έγιναν στο παρελθόν από σημαντικούς ποιητές κρίνονται διαφορετικά, εκείνες ήταν σημαντικές διότι συνέβησαν για πρώτη φορά.
Κυκλοφορεί ένας αμβλυντικός συμβολισμός, τα σύμβολά του παραπέμπουν αποκλειστικά στο λίκνο μιας κοινής φαντασίωσης. Γράφεται, δηλαδή, μία ποίηση, ας την πούμε, φαντασιωτική. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, παρότι ακόμη και ως τέτοιο φέρει έναν ευδιάκριτο νεωτερισμό, αυτό το πράγμα το έχουν θίξει σημαντικοί ποιητές ήδη από την εποχή του Μίλτον. Εντούτοις, επειδή αυτή η εκφραστική φαντασίωση είναι κάτι που, κατ’ ανάγκη, βιώνεται πολύ έντονα και από κοινού, κατ’ αναλογία, αποδεικνύει πως δύσκολα μπορεί να της αντισταθεί κανείς. Θα χρειαστεί να πάψει να είναι, να μπορεί να μην είναι, δηλαδή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω στα λεγόμενά μου περί οικονομίας στην ποίηση, περί της ολιγομέλειάς της, όχι άλλος. Αυτό δεν είναι αρεστό, είναι μάλιστα κατακριτέο, διότι ποιος ξέρει τι φαντάζονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι για τον ποιητή και την ποίηση.
Εκείνο που γνωρίζω και εξακολουθώ να αντιλαμβάνομαι είναι το εξής: αναζητείται μία αίσθηση σημαντικότητας, όχι το σημαντικό, ο άνθρωπος παριστάνει τον ποιητή για να νιώσει πιο σημαντικός και λιγότερο μόνος. Αυτό δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, όμως η λεγόμενη κριτική και ο λεγόμενος εκδοτικός τομέας εγκληματούν ενάντια στην ποίηση αναδεικνύοντας μη ποιητικά κείμενα ως ποιήματα, κι ετούτο με τη σειρά του συμβαίνει για έναν επίσης πολύ απλό λόγο, για το πως η κριτική ως ειδικότητα έχει παραμεριστεί και αντικατασταθεί από ανθρώπους που επίσης θέλουν να νιώσουν σημαντικοί ή λιγότερο μόνοι. Περιττό να αναφέρω πως αυτή η γενικευμένη αντικατάσταση δεν υποβαθμίζει και γελοιοποιεί απλώς την ποίηση, μα επιπλέον σε βάθος χρόνου επιδεινώνει την αίσθηση ασημαντότητας και μοναξιάς αυτών των ανθρώπων. Δεν είναι, παρόλα αυτά, υποχρεωτικό ή αναγκαίο να νιώθει κανείς ασήμαντος ή μόνος, ούτε να είναι ποιητής ή να μην είναι∙ κι αυτό δυσχεραίνει την κατάστασή τους περισσότερο.
Κάθε αποστέρηση, ακόμη κι εκείνη που μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη ή φυσική, είναι ουσιωδώς δραματική και μπορεί να μετατραπεί σε απάνθρωπη, τραγική. Η ενότητα που θα μπορούσε να ιάνει, να αποκαταστήσει τέτοιου είδους προβλήματα, είναι η πρώτη την οποία έχει ο άνθρωπος αποστερηθεί – διότι παραχώρησε τη ζήση του (πνεύμα και σώμα) στις παραδοχές μιας προκατειλημμένης, κοινωνικά δεσμευμένης, συμφοράς: πλήρης άρνηση προς τη διαύγαση της ετερότητας μεταξύ ενότητας και κοινότητας.
Για τούτο ο μη ποιητής επιζητεί, μεταξύ άλλων, να γίνει ποιητής, ή έστω, να τον πουν ποιητή. Η αλήθεια βεβαίως είναι κάπως δικαιότερη: δεν είναι εφικτό να γίνει κανείς ποιητής εφόσον δεν παύει την παραχώρηση, όμως δίχως αυτή την πράξη ακόμη και η προσέγγιση της ποίησης καθίσταται αδύνατη. Η δυσκολία αυτή είναι, βεβαίως, μια δυσκολία στον άνθρωπο και όχι στην ποίηση∙ πρέπει να έχει υλοποιηθεί ή να υλοποιείται ώστε να υπάρξει βήμα προς αυτή.
Εξεγείρεται για να προσάψει κανείς ή εξεγείρεται επειδή του έχουν προσάψει; Γράφει ή δημιουργεί; Δημιουργεί για να δείξει ή για να μάθει; Δημιουργεί από το δηλωμένο ή από το αδήλωτο; Ποιος ανακαλείται σε λογική τάξη; Ποιος αρνείται να δικαιώσει εκείνο που τον διέπει;
Ο άνθρωπος μετετράπη σε πρόσχημα, ένα πρόσχημα σχεδόν ολοκληρωτικά, πλέον, απελευθερωμένο από την πραγματικότητα. Η ηδονή μιας τέτοιας απελευθέρωσης δεν είναι σπάνιο να καταλήγει σε τάση για ποίηση, υπό την έννοια της επιβεβαίωσης πως αυτού του τύπου ο απελευθερωμένος άνθρωπος μετατρέπεται στη συνέχεια, ως συνέπεια της προηγούμενής του μετατροπής, σε φανατικό θεοσεβούμενο μίας θρησκείας της οποίας ο ακλόνητος θεός είναι ο ίδιος.
Με τη διάδοση και εξάπλωση αυτών των δυστυχιών ως εκφραστική ελευθερία και παρεμβατική ικανότητα, το ήδη ελάχιστο ποσοστό της ποίησης ελαχιστοποιείται περαιτέρω.

– Έχετε ταξιδέψει πολύ στη ζωή σας. Θεωρείτε τα ταξίδια καταλυτικά για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας; Κατά πόσο έχουν διαμορφώσει την ποιητική σας ταυτότητα;
Οτιδήποτε γίνεται, γίνεται για να συμβεί, συνεπώς η διαμόρφωση προκύπτει από το σύνολο της ζωής, όχι από ένα μέρος της. Δεν είναι υποχρεωτικό να ταξιδέψει κανείς και δεν είναι λίγες οι φορές που διακρίνει πολυταξιδεμένους οι οποίοι παίζουν τον ρόλο του συλλογισμένου τουριστικού ανταποκριτή. Όπως σημείωσα και πιο πάνω, ο άνθρωπος καθορίζει τα πάντα, καθορίζει τον καθορισμό του. Επί της ποίησης οι ταξιδιωτικές εμπειρίες δεν παίζουν ρόλο. Αντιθέτως, η ποιητική ιδιότητα δίνει νόημα στις επισκέψεις και τις περιπλανήσεις ή τους αφαιρεί νόημα.

– Ποιος είναι ο ρόλος της κριτικής στην τέχνη εν γένει αλλά και εν προκειμένω στην ποίηση; Υφίσταται αυτή τη στιγμή κριτική στην Ελλάδα που να λειτουργεί εξ’ ολοκλήρου με ποιητικά κριτήρια;
Η κριτική δεν αγγίζει την ποίηση και δεν είναι αυτός ο στόχος της,  ούτως ή άλλως, στόχος της κριτικής είναι να αγγίξει τον εαυτό της μέσω της ποίησης ώστε να αποδειχθεί κριτική. Στόχος της κριτικής είναι να καταφέρνει να ξεπερνά την τρέχουσα έννοιά της, να αναλύεται μέσω της ποίησης ώστε να αποκτά λόγο και προοπτική.
Το ζήτημα είναι ο κριτικός, εάν υπάρχει πράγματι κριτικός, ο άνθρωπος δηλαδή που αναλύει επειδή αναλύεται. Τα κείμενα που δημοσιεύονται κατά εκατοντάδες ως κριτικές δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την κριτική. Δεν υπάρχει καμία ανάπτυξη και διεύρυνση της ποίησης, όπως την εννοεί αυτό το πράγμα που ονομάζεται ευρύτερα κριτική. Η ανάπτυξη και η διεύρυνση της ποίησης συμβαίνουν σε άλλο επίπεδο και υπό άλλες συνθήκες, ακριβώς γι’ αυτό ανακαλύπτονται και αξιοποιούνται πάντοτε με τεράστια καθυστέρηση. Εκείνο που συμβαίνει είναι πως τη διαχείριση της ποίησης, τόσο της υπαρκτής όσο και της προσχηματικής, την έχει αναλάβει το εμπόριο.
Δημιουργήθηκε μια πλατφόρμα οικονομικής εκμετάλλευσης η οποία έπρεπε να τραφεί, να αναπτυχθεί, και αυτό επετεύχθη με την οργιώδη αναγνώριση και προώθηση της μη ποίησης ως ποίηση. Ακριβώς το ίδιο συνέβη και στις υπόλοιπες τέχνες. Ήτοι, κάθε φορά που ανοίγουν το στόμα τους ορισμένοι για να διατρανώσουν το μεγαλείο της ποιητικής δημοκρατίας, στην πραγματικότητα εξυπηρετούν κατά τρόπο αμιγώς υποτακτικό, τις εντολές και τα συμφέροντα αυτού του οικονομικού και συνάμα αισθητικού κατεστημένου, το οποίο παράγει και προάγει κατασκευάσματα με τον ρυθμό και τη σταθερότητα μιας βιομηχανίας πλαστικών ειδών.
Μια, ας την πούμε, θεωρητικοποίηση των ιδεών μου για την τέχνη της ποίησης, έχει ήδη ολοκληρωθεί σε επίπεδο σύνθεσης δοκιμίων. Σε αυτά κάνω λόγο για μια εκ νέου καθολικοποίηση της αποκτήνωσης. Ή έστω για μια αποβλεπτική μελαγχολία με νεο-αποκτειθέντα υποείδη τα οποία αξιολογούνται διακριτικά κατά την τρέχουσα ευγονική ταξινόμηση. Όσο πληθαίνουν τα θαύματα, αυξάνονται οι πιστοί. Η ορθότητα ξεπερνά διαρκώς κάθε προηγούμενο, γιατί είναι κατά κύριο λόγο πρωτοποριακή: βολεύεται με τα πάντα εκτός από εκείνο που δεν τη βολεύει. Η σκάλα προς την ουράνια τρέλα, εφόσον δεν κατάφερε να ψηλώσει, υποχρεώθηκε σε διαπλάτυνση.
Για το ναδίρ της κριτικής μιλούσα ήδη πριν από δεκαέξι-δεκαεπτά χρόνια. Στις περιπτώσεις που η κριτική ασκείται από ποιητές οι θέσεις που καταγράφονται πολύ σπάνια αναλογούν είτε αντιστοιχούν στα κρινόμενα. Μεγαλοστομίες, ως επί το πλείστον ανερμάτιστες, με τις οποίες προσπαθούν τα καλύψουν μια ιδιωτική πραγματικότητα, τη θέση που κατέχουν στη φυλή που ανήκουν. Στις περιπτώσεις κριτικής από μη ποιητές, η κατάσταση είναι συνήθως πιο τίμια και πιο μετρημένη, εντούτοις δεν είναι, σε σχέση με τα υπάρχοντα φαινόμενα, ικανοποιητική και εμπεριστατωμένη, ομολογώ όμως πως γίνεται ολοένα και περισσότερο και τα δυο, σε επίπεδο σχολιασμού προγενέστερων φαινομένων και τάσεων. Πέραν τούτου, διανύουμε (ο πληθυντικός εδώ αφορά την ελληνοφωνία) περίοδο άτεγκτου συντηρητισμού, επανάκαμψης αυστηρά φορμαλιστικών και ηθικολογικών θέσεων οι οποίες βαπτίζονται ανανεωτικές, ή όπως αλλιώς, στην κολυμπήθρα της κοινωνικής προσαρμογής. Πρόκειται, παρά τις οπαδικές αντεγκλήσεις και αντιδράσεις, για μία ποίηση από κοινού συμφωνημένη, η οποία συνοδεύεται από μια ανάλογη, επισυρόμενη κριτική. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, υπ’ αυτούς τους όρους, κάθε φορά που απαντώ σ’ αυτήν την ερώτηση επαναλαμβάνομαι.
Το υψηλότερο, το ικανότερο είδος κριτικής, είναι το δοκίμιο. Στον χώρο του δοκιμίου επίσης, οι εξαιρέσεις, αυτή τη στιγμή, δεν είναι περισσότερες από τρεις-τέσσερεις και πιθανώς στο μέλλον να λιγοστέψουν. Ο πάγια μεταθετικός λόγος της κριτικογραφίας αποκαλύπτει πως πρόκειται για ένα διαγνωστικό λάθος στο σύμπτωμα του πόθου για αναδεικτική ήττα: ποτέ δεν παρουσιάζεται κάποια ιδέα, παρά μόνο απόψεις και οι απόψεις αυτές είναι, εκτός από δανεισμένες, ακλόνητες, παρουσιάζονται ως ακλόνητες, διότι αυτό που ενδιαφέρει είναι κάποια νώτα, η διασφάλιση που μπορεί να προσφέρει η σύγκρουση με τη διάγνωση στα μάτια εκείνων που αποδέχονται τη σύγκρουση δίχως να την εντοπίζουν και ταυτόχρονα δεν έχουν δυνατότητα να εξετάσουν τη διάγνωση.
Αυτά τα γεγονότα με οδήγησαν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 να εκθέτω διαρκώς το πως η πρωτογενής κριτική εννόηση που αφορά την ποίηση, έχει μετατοπιστεί στον ψυχιατρικό και ανθρωπολογικό τομέα. Για παράδειγμα, υπάρχουν αμέτρητα κείμενα τα οποία προωθούν την άποψη πως η ποίηση αξιολογείται από την επίδραση που ασκεί στον αναγνώστη: οι συντάκτες τους δεν γνωρίζουν καν πως η επίδραση ασκείται εκ φύσεως σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής, λόχου χάρη, ένας αγράμματος άνθρωπος δέχεται ισχυρότατη επίδραση από την πρώτη αράδα που θα καταφέρει να διαβάσει όπως ο στίχος ενός μη σημαντικού ποιητή επιδρά σημαντικά σε έναν ανέμπειρο και ανεπίγνωστο αναγνώστη. Οι άνθρωποι αυτοί τελειοποιούν τον αντιδραστικό εγωτισμό τους είτε επειδή πράγματι δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στη σύγχρονη ποίηση, είτε αποκρύπτοντας τις λύσεις και τις επιδόσεις των ποιητών που ακουσίως λειτουργούν εξολοθρευτικά προς αυτούς. Έχουν οδηγήσει την προκατάληψη επιβεβαίωσης σε δυσθεώρητα ύψη. Επιπροσθέτως, αυτή η πολιτικο-ηθικολογική διατράνωση του δικαιώματος της ευκολίας, κατά την εξάπλωσή της διατρανώνει τον αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση, δηλαδή, της λεγόμενης δυσκολίας. Από την ποίηση έφτασαν στο στιχάκι και από το στιχάκι στην περιπόθητη θαλπωρή της υποτακτικής συστοιχίας.
Η γνώση, ακόμη κι αυτή που αποδεικνύεται πρόσκαιρη, φαιδρή ή μάταιη, ξεκινά με έναν θεμελιώδη όρο, την αναγνώριση, την παραδοχή∙ αυτή είναι εξάλλου η μόνη σεβαστή αξία που διέπει την προσωρινότητα. Εντούτοις οι άνθρωποι όλο και περισσότερο επιλέγουν αντ’ αυτής το «δικαίωμα άποψης», δίχως μάλιστα να αναγνωρίζουν (βλέπεις, η αναγνώριση είναι το παν) την υποχρέωση που οδηγεί σε οποιοδήποτε δικαίωμα, η υποχρέωση είναι μπελάς, δίχως αυτόν τον μπελά όμως ο άνθρωπος παραμένει εξαρτημένος από τον έκθαμβο πίθηκο. Γιατί, εντέλει, ακόμη και η ελευθερία είναι υποχρέωση και όχι δικαίωμα. Η τέχνη είναι υποχρέωση και όχι δικαίωμα. Κι οι δυο τους, βέβαια, είναι πιθανόν να μην είναι τίποτε απ’ τα δυο, ίσως να πρόκειται για ανίατες αρρώστιες που προκαλεί η ύπαρξη, εάν όμως προάγεται το δικαίωμα μιλάμε για ανθρωποκεντρική χυδαιότητα του χειρίστου είδους∙ η τέχνη και η ελευθερία είναι αδιαμφισβήτητα κορυφαίες υποχρεώσεις.

– Η νέα σας, υπό έκδοση, ποιητική σύνθεση, φέρει τον τίτλο «Ρουτίνες*». Πείτε μας κάτι σχετικό μ’ αυτό το υλικό.
Ο «Μοντάρτ» και τα «Κενά Τεκμαιρόμενα» οριοθέτησαν το ξεκίνημα μιας νέας πορείας. Στις «Ρουτίνες» παρουσιάζεται η ωρίμανση αυτής πορείας δίχως όμως η νέα σύνθεση να αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Ανάμεσα στον εαυτό και τη μοίρα γεννιέται η εξαίρεση, το άνευ προηγουμένου.


* [Ετοιμάζεται από τις εκδόσεις Κουκούτσι].

Γιάννης Λειβαδάς - Ενών εκ των μη ενόντων [Bibliotheque.gr]


Εδώ και επτά χρόνια  έχω πάψει να διαβάζω, με εξαίρεση τα κείμενα που επισκέπτομαι λόγω της ανάθεσης κάποιας μετάφρασης ή άλλης κειμενικής εργασίας.  Με καθυστέρηση δύο χρόνων από την έκδοσή του, έφτασε σήμερα στα χέρια μου το τομίδιο με τίτλο «Κανείς ποτέ δεν το ‘μαθε, κανείς δεν θα το μάθει» που περιέχει το La donna velata του Διονυσίου Σολωμού, σε μετάφραση του Βασίλη Ρούβαλη, τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την αποστολή του.

Το τομίδιο αυτό ενσωματώθηκε πάραυτα στη λεγόμενη σολωμική σειρά, όπως την ονομάζω. Ως έκδοση είναι άρτια και καλώς σχολιασμένη. Επέλεξα όμως να αναφερθώ σε αυτό όχι για να συνοψίσω, υπό μορφή βιβλιοκριτικής, την ορθότητα και την χρησιμότητα αυτής της έκδοσης -πρόκειται περί αυτονοήτου εφόσον γίνεται λόγος για τον Σολωμό- μα επειδή πιάστηκα σε κάποια σημεία στο δεύτερο μισό του προλογικού σημειώματος που έγραψε ο Κώστας Βούλγαρης, τα οποία αποτέλεσαν αφορμή για να σημειώσω τα παρακάτω.

Ευρύτερα, το έργο του Σολωμού εξετάστηκε ως επί το πλείστον λόγω της ανάγκης εντοπισμού μιας αναδεικτικής ίδρυσης της ελληνικότητας, της ελληνοφωνίας. Επρόκειτο για ένα είδος χαρακτηριστικής ανάγκης η οποία διέπει τα έθνη κατά τη διάρκεια μιας καθοριστικής ανακαίνισης, η οποία δεν είναι λογοτεχνική, ποιητική, ωστόσο δεν είναι δυνατό να καταδειχθεί και να τοποθετηθεί στον χρόνο δίχως την επικουρία της ποίησης. Δίχως, δηλαδή, το τεκμήριο αλλότητας αυτού που ονομάζουμε, μάλλον άστοχα, με τη λέξη «εμείς»∙ η οποία υποδηλώνει κατά τρόπο απόλυτο και βαθιά υπαινικτικό πως «εμείς» είμαστε πολλοί, είμαστε αυτοί που πρέπει, αυτοί, εν ολίγοις, στους οποίους απευθύνεται η ποίηση και συνάμα εκείνοι μέσω των οποίων η ποίηση απευθύνεται.

Το ψεύδος στο «εμείς» είναι πιο βαθιά θεμελιωμένο από την ανάγκη καθοριστικής ανακαίνισης, επανίδρυσης των όσων μας εγγράφουν, μας θέτουν, υπό την έννοια μιας απτής βασιμότητας(;) σε κάποια θέση μέσα στον χρόνο. Μια θέση από την οποία, άπαξ και ιδρυθούμε, δεν θα επιτρέψουμε επουδενί στον εαυτό μας να απαλλαγούμε απ’ αυτήν.

Το «επουδενί» είναι εκείνο το στίγμα το οποίο καθορίζει τη μέθοδο, τις αρχές και το νόημα των σχέσεων με τα φαινόμενα, έχοντας υποστεί τον μοντερνισμό σε επίπεδο λογοτεχνικής σύγκρισης και κριτικής, μέσω καίριων διαστρεβλώσεων και παραποιήσεων (βλ. τα φαινόμενα που προκάλεσαν η δανεισμένη από την βεδάντα στοχαστικότητα του Έλιοτ και η ιστοριογραφική παραθετικότητα του Πάουντ), ή έχοντας εξετάσει την εξαίσια και οδηγητική αναποτελεσματικότητά του, κι έχοντας κατόπιν εισαχθεί στις παραλλακτικές δοκιμασίες του μεταμοντερνισμού, ο οποίος στην περιοχή της ελληνοφωνίας μετεβλήθη σε ευκαιριακό επιστέγασμα των γνωσιακών και θεωρητικών εναυσμάτων τα οποία προέκυψαν από την άδικη και μεθοδική διαστρέβλωση του μοντερνισμού.

Για να αναγνωρίσουμε τον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό οφείλουμε στους εαυτούς μας, στους εαυτούς εκείνου του «εμείς», τη δυνατότητα μιας κυλιόμενης ίδρυσης στον χρόνο, μιας επανίδρυσης η οποία θα διαθέτει τρόπο να επανεισάγεται στον δημιουργικό χρόνο με τα δημιουργημένα και όχι με βάση τα σωσμένα ή τα ευρισκόμενα. Τα σωσμένα και τα ευρισκόμενα εισάγουν το «εμείς» στις ανάγκες που θέτει αναφορικά ή αναλογικά προς τον χρόνο το «εμείς». Τα δημιουργημένα κάνουν άλλη δουλειά. Παρασύρουν τον χρόνο στη συνθήκη που υποβάλλουν μέσα σ’ αυτόν δημιουργώντας ενδόρρηξη, αντιμεταθέτοντας την οργανικότητα∙ όχι έκρηξη, δηλαδή χρηστική κριτική του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού. Πρόκειται για την ίδια κυλιόμενη ίδρυση μέσω της οποίας συναντάμε τον Σολωμό.

Αυτό το, ας μου επιτραπεί η έκφραση, «καταραμένο εμείς», έθεσε, δεν ήταν τυχαίο, τη γλωσσομορφία και τη θραυσματικότητα του Σολωμού στα πεδία της νεότερης έρευνας, όπου ο σημασιολογικός αδριάντας του Σολωμού μεγεθύνθηκε επανειλημμένα μα το ζήτημα της γλωσσο-δημιουργικής ίδρυσης εξακολουθεί αποκρυμμένο κάτω από το βάρος αμέτρητων σελίδων, στις οποίες καταχωρίστηκε σχεδόν κάθε λεπτομέρεια της σχέσης που μπορεί να έχει, ή να μην έχει, η σολωμική επανεκκίνηση με το «εμείς» μα αποφεύχθηκε η σχέση ή μη-σχέση του «εμείς» με αυτή. Εν ολίγοις, το «εμείς» δημιούργησε, προκάλεσε, κάποια σχέση ή απόλαυσε, εντέλει, την ακαταμάχητη κλίση προς μία εντελή διαπίστωση προσωπικής σημασίας -η οποία υποθάλπεται στις αναδείξεις και στις διακρίσεις που αναλαμβάνει αποζημιωτικά κανείς- αυτή την αθεράπευτη προσπάθεια απόδειξης και συντήρησης του «πρέποντος» στον εκάστοτε ανάλογο τομέα, στις γραφές δηλαδή και στις αναγνώσεις που επαναλαμβάνουν την τελετή θεμελίωσης ενός προϋπάρχοντος δεσμού;

Στη λογοτεχνία οι κρίσεις αναλύονται μέσω της τέχνης του λόγου διότι εάν αναλύονται μέσω των αναγκών που θέτουν την τέχνη του λόγου σε εξέταση λόγω πρόσβασης στο πεδίο της συμπεριληπτικής κριτικής, η τέχνη του λόγου υποβιβάζεται σε μπαίγνιο της θεωρητικολογίας.

Μπορεί το προϋπάρχον, δηλαδή οι προτιμήσεις, να ακυρώσουν ή να αντικαταστήσουν τις συνθλίψεις της δημιουργίας; Τόσο στο ερώτημα όσο και στην απάντησή του, το «εμείς» συντρίβεται στον ενικό του.



Παρίσι, 8 Ιουνίου 2020

Αρχειοθήκη ιστολογίου