Το πρώτο στάδιο της δημιουργίας είναι η μάχη με τον εαυτό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δημιουργία συναντάται σπάνια, διότι δύσκολα βρίσκει κανείς άξιο αντίπαλο.
Μετς 2005
Γ. Λ.
Το πρώτο στάδιο της δημιουργίας είναι η μάχη με τον εαυτό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δημιουργία συναντάται σπάνια, διότι δύσκολα βρίσκει κανείς άξιο αντίπαλο.
Μετς 2005
Γ. Λ.
Ο Έλιοτ δεν αποδίδει ούτε εννοεί πως ο Χρόνος αίρει τον άνθρωπο ή πως η χρονικότητα είναι η απόλυτη πραγματικότητα. Περισσότερο δίνει ποιητική εντύπωση -όχι εντύπωση εντός ποίησης, ποιητική απόρροια- πως ο Χρόνος είναι ουσιαστικά δεσμευμένος στην ιδέα του θεού, πως κάθε παράβαση εναντίον του, κάθε έκφραση της άρνησής του καθιστά τα πάντα εντός Χρόνου μηδενικά, ανούσια, συνεπώς μετατρέπει την ηρακλείτεια ιδέα περί Χρόνου σε χριστιανική πραγματικότητα. Κατά τον τρόπο δε, που αυτή η ποιητική εντύπωση Χρόνου περιγράφεται, σχεδόν ταυτίζεται με την έννοια του Χρόνου στον ινδουισμό και τον βουδισμό καθώς σε αυτή διαφαίνεται πως η πραγματικότητα του Χρόνου εξαρτάται από μια ανώτερη πραγματικότητα Αιωνιότητας. Εννοώ πως ο Έλιοτ αποδίδει έναν Χρόνο καθόλα χριστιανικό ο οποίος συντάσσεται ως ινδουιστική ή βουδιστική φαινομενοκρατία. Εάν πάλι τα παραπάνω προϋποθέτουν ειδικές δυσκολίες λόγω απομάκρυνσης από το κριτικό δόγμα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει τι έχει συμβεί μέσω των Εξομολογήσεων του Αγίου Αυγουστίνου*. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα που τόσοι και τόσοι δεν θέλουν ν’ αναγνωρίσουν βρίσκεται εκεί.
Εν προκειμένω ο τρόπος του Έλιοτ είναι το σημαντικό στοιχείο και όχι το περιεχόμενο, καθώς αυτό αποτελεί σπάραγμα σπαραγμάτων και όχι διύλιση ή δημιουργική ερμηνεία όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν.
Η χρονικότητα δεν είναι ψευδαίσθηση γιατί ψευδαίσθηση είναι η θεώρηση της χρονικότητας ως μόνη πραγματικότητα. Η ελιοτική απόδοση Χρόνου δεν αποτέλεσε επουδενί καινοτομία, καθώς η απόδοση αυτή δεν ήταν εντύπωση εντός ποίησης, ποιητική απόρροια, μα έκφραση (δεν δημιουργήθηκε με ποίηση μα τοποθετήθηκε σε ποίηση), είναι τουλάχιστον παράλογο να συνδέεται με την ιδέα πως ο Χρόνος φέρει και ιδιότητα διαρκούς συντριπτικού ερωτήματος, πόσο μάλλον με την ιδέα πως ο άνθρωπος αδυνατεί να αποδεχθεί την απάντησή του.
*Βλ. Εξομολογήσεις Αγίου Αυγουστίνου, ΙΑ: Το μέτρον του Χρόνου, β´ μέρος.
Γιάννης Λειβαδάς
Μετς 2007
Cendrars a pris l’initiative d’écrire de la poésie contre le talent, contre la réception du premier niveau de compréhension textuelle, bien avant Pound. Cendrars a été le premier à introduire l’idée de dépersonnalisation tant au niveau du sujet poétique qu'au niveau de la variabilité sémantique de la première personne à l’intérieur de ses poèmes, le premier à l’accomplir même comme une présence relative exprimée non seulement dans les conséquences d’un sujet interactif ou non interactif qui n'oscille pas simplement entre individualité et universalité, entre conscience et vérité, comme dans les œuvres d’Eliot, mais aussi en dévoilant la relativité, la potentialité de ces quatre éléments. De plus, dans la poésie de Cendrars, ce n’est pas seulement le facteur personnel qui est transformé en universel et le temporel en diachronique, mais aussi l'universel est transformé en personnel et le diachronique en temporel.
De même, alors que dans l’œuvre d’Eliot, l'idée de dépersonnalisation n’est pas si radicale puisqu'il s’agit d’une affirmation perçue à travers une nouvelle appartenance à un ensemble plus vaste, associée à la généralité des questions de la modernité exposées dans un monde nouveau, dans l’œuvre de Cendrars, la dépersonnalisation signifie un abandon de la personnalité et de l’identité, perçu à travers une nouvelle appartenance à une possibilité de néant.
Yannis Livadas - Athènes 2004
Στα είδη της λογοκλοπής συγκαταλέγεται και η κειμενική παραλλαγή, ειδικά όταν το επόμενο κείμενο διακρίνεται μόνο για τα παραλλαγμένα μέρη του.
Γ. Λ.
2005