Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es

02/01/24

Woke, η συκή των φύλων, ολοκληρωτισμός και περιπτωσιολογία στη σύγχρονη ποίηση.

 Το δοκίμιο αφαιρέθηκε από την ύλη του ιστολογίου διότι θα αναδημοσιευθεί στο περιοδικό Αναγνώστης.

Ο Δύστηνος Άγγελος / Συνέντευξη με αφορμή τις Ρουτίνες (Ίνδικτος 2022) [Χάρτης, Ιανουάριος 2024]

Συνέντευξη στον Γιώργο Μιχαηλίδη. Ιούνιος 2023.

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».



 

 

 

 

 

 

 

Ε: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

Α: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.

Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας  είναι δυσθεώρητο.

Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.

Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων.

Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.

Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω  αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.

Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων -ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν- μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη  διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της. 

Ε: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

Α: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθειμένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.   

Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.

Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην  ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων του δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.

Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.  shmas;ia

Ε: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε καθετί μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

Α: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.

Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.

Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού -αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού- αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών, την υποβάθμισε.

Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη,  ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με πρότυπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.

Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν  υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. 

Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.

Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας.    


 

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».

MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Η ποιητική σύνθεση, Ρουτίνες, τρίτη κατά σειρά, αποτελεί είδος ασυνάντητο και πιθανώς ανεμπίπτον στον ρου της σύγχρονης ποίησης. Στο συνοδευτικό κείμενο γίνεται λόγος για «δημιουργία νέου περιεχομένου», θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτό;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Θα χρειαστεί να γίνω κάπως αναλυτικός. Από την εποχή του μοντερνισμού, υπήρξε εκ νέου χρήση ή επανεξέταση προϋπάρχοντος περιεχομένου μα όχι δημιουργία περιεχομένου. Ο ποιητής δημιουργεί εκείνο που δεν είναι σε θέση να ορίσει, κι αυτό όχι διότι εκείνο δεν είναι δυνατό να εκφραστεί μα διότι εάν δεν το δημιουργήσει δεν υπάρχει.
Οι υποφήτες, οι χρησμωδοί, οι αντιρρησίες περισσεύουν, εντούτοις αδυνατούν να διακρίνουν πως τα σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν όσο και τα ασήμαντα απ’ την αλήθεια. Ο παραλογισμός είναι δεδομένος καθώς επικρατεί η αντίληψη πως ο ενστερνισμός αποτελεί εγκυροποίηση και πως αυτή η εγκυροποίηση επιτυγχάνεται με τη μίμηση. Το βάθος αυτής της παρερμηνείας είναι δυσθεώρητο.
Η ουσία της τέχνης, συγκεκριμένα εδώ της ποίησης, δεν έχει να κάνει τόσο με παράγοντες και συνθήκες, που πράγματι παίζουν ρόλο σημαντικό, μα κυρίως με το δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή το πνεύμα που υπερβαίνει παράγοντες και συνθήκες και ορισμένες φορές δημιουργεί πρωτότυπους παράγοντες και καινοφανείς συνθήκες, επηρεάζοντας δηλαδή αυτό που ευρύτερα ή ειδικότερα ονομάζεται ζωή μέσω δημιουργίας (ουδόλως κατασκευής) ποίησης. Αυτό μένει να το αναγνωρίσει κανείς ως βάσιμο και βασικό επανεξετάζοντας τον τύπο και την ουσία της ποίησης, προχωρώντας σε διαχωρισμό της τέχνης του λόγου από τα διαδεδομένα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κειμένων.
Σε αυτό το σημείο η επικρατούσα αντίληψη περί διάρκειας/αποτελέσματος γίνεται τόσο φαεινή που τυφλώνει: η τέχνη τοποθετείται στη σκιά των κοινωνικών επιδόσεων. Άλλο το πρόβλημα άλλος ο προβληματισμός. Αυτό το διερευνητικό διάκενο άλλοτε συνδέεται κι άλλοτε αποσυνδέεται με αμφισβητούμενες πολιτισμικο-κοινωνικές παραδοχές από τις οποίες εξαρτάται σημαντικά η αντίληψη των περισσοτέρων σχετικά με τη θεωρία και την τέχνη στην μεταμοντέρνα καθημερινότητα – μα όχι στην καθημερινότητα.
Η αναπαράσταση αποτελεί αλήθεια μόνο εφόσον η αλήθεια δεν είναι, κατά πρώτο, αρεστή, αναπαραστήσιμη και κατά δεύτερο κατανοητή – μολονότι είναι αναπόσπαστη, θα προσθέσω επίσης πως είναι αδιάρπαστη. Αυτό το είδος αλήθειας δεν κρίνεται ως τέτοιο μα ως προτίμηση και η αναπαράστασή της συντίθεται μέσω βολικών ή επιτρεπόμενων επιλογών, όχι μέσω αναπαραστάσεων της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει στα πεδία αιτιότητας/συνέπειας, γραμμικότητας/συνέχειας. Συνεπώς είναι περισσότερο παρωχημένο παρά αμφισβητούμενο να πιστεύει κανείς πως υπάρχουν νέες προκλήσεις. Αυτό που υπάρχει είναι μία μόνο εκ νέου πρόκληση. Η πεισματική αντίσταση σε διαρκή επιχειρήματα δεν οδηγεί σε νέα επιχειρήματα. Ούτε βεβαίως και η προθυμία εξακολούθησής τους.
Κάθε αισθητική ή καλλιτεχνική ιδεολογία που ακολουθείται μέχρι τέλους μετατρέπεται σε θρησκεία. Προϋπόθεση σε αυτό δεν αποτελεί η ύπαρξη κάποιας θεμελιώδους αρχής μα η πίστη πως μια ακολουθία υποφερτών ή ανεκτών παρεμβάσεων ―ικανές να αποδώσουν το νόημα και τη σημασία της παρέμβασης που φέρουν― μπορούν να αντικαταστήσουν την ανυπόφορη ισχύ του χωροχρόνου, της ακολουθίας του – για να το θέσω κάπως σχηματικά. Πρόκειται, δηλαδή, για πίστη σε ακολουθία παρεμβάσεων που δημιουργούν διάρκεια αντίθετη, αντίδρομη, προς τη διάρκεια η οποία δεν είναι παρά μια ακολουθία των πάντων όπου οι παρεμβάσεις αποτελούν απλό μέρος της διάρκειας και τα έργα αποκαλύπτουν την απιθανότητα και την κενότητά της.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Γράφετε στη σελίδα, 37 τους εξής στίχους: «η ανθρωπότητα ως έχει είναι ένα έργο τέχνης/μεταξύ ανθρώπων, που τους χωρίζει, μια άβυσσος ζωής/μια άβυσσος θανάτου». Υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει την ανθρωπότητα;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Ο νοσηρός ποιητικισμός της τελευταίας 30ετίας ωρίμασε. Αποσύνθεση στολισμένη με ποιητική άδεια. Κάθε απάτη σαλπίζεται ως προσέγγιση ουσίας και διαρκεί περισσότερο, όπως η δυσωδία που εξακολουθεί για καιρό στο περιβάλλον ενός αποσυντεθημένου κορμιού. Εάν μπορεί να σχολιάσει κανείς πράγματι κάτι, αυτό είναι η δυναμική μίας κοινής επιδίωξης. Αυτή η νεωτερική ανοησία φαντάζει στους περισσότερους ιδιαίτερα σημαντική διότι διευρύνει τα όριά της ώστε να επιτύχει γράφοντας και εκδίδοντας το ξεπάστρεμα, την εξαφάνιση μιας τέχνης που δεν κατανοεί επειδή είναι προς εκείνη αντίθετη ή ανάρμοστη.
Η μοναξιά αποδίδεται με κρίμα ή κλάψα. Εάν δεν φέρει ένα από τα δυο αντιμετωπίζεται ως ατομικισμός. Η ατομοκρατία, επίσης, αντιμετωπίζεται συχνότατα ως εγωτισμός. Κάθε αδύναμο πνεύμα καταφεύγει, αργά ή γρήγορα, στα πεδία της ισοπαλίας, της ισοδυναμίας όπου τα πάντα ρυθμίζονται με κανόνα τον εξισωτισμό.
Η σημασία χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων, μορφών κτλ., δεν αποτελεί θετικοποίηση μα ούτε, ιδιαιτέρως σπάνια, το αντίθετο. Όπως βεβαίως κι ένα σύνολο στίχων το οποίο στηρίζεται στην ποιοτικοποίηση ή στην ανάδειξη των θεμελιωδών του στοιχείων δεν αποτελεί ποίημα. Δεν εξακολουθούμε στην εποχή του Γουίτμαν.
Σχεδόν παντού, ό,τι εμφανίζεται δεν διαθέτει, δεν επιδέχεται εύρος με ακαθόριστα άκρα μα ιδεολογίες επί εύρους και ορίων. Τι εννοώ με αυτό, πως τα κείμενα αποτελούν είδη εξακολουθητικής ακρίβειας συγκεκριμένων προτύπων, οι συντάκτες αυτών των κειμένων απλά έρχονται ασταμάτητα σε κάποιου τα λόγια. Στον συνδετήρα, στον παροχέα, στο έργο του οποίου θα επιβεβαιωθεί ένα μοίρασμα λόγων. Η προϋποτιθέμενη σημασία είναι το άπαν, η απροϋπόθετη, δηλαδή η ποίηση, αντιμετωπίζεται ως λύμα.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: Οι Ρουτίνες είναι ποίηση συλλογική, η οποία βρίσκει σε κάθε τι μικρό κάτι μεγαλειώδες, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της αμετροέπειας. Λειτουργούν ως κειμενικό απότοκο, ή ως εσωτερική συνέπεια;

ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Είναι αδύνατο, εννοώ φύσει αδύνατο, να βρεθεί κανείς σε κατάσταση ποίησης δίχως να είναι ποιητής, συνεπώς στη σύγχρονη πραγματικότητα έγιναν σταδιακά αποδεκτές άλλες καταστάσεις ώστε να είναι δυνατή η σύσταση ενός πολιτισμικού απολύτου, ενός διαρκώς μετατρεπόμενου πολιτισμικού απολύτου με απολύτως ορισμένη έννοια λογοτεχνικού νόμου, ώστε να υπάρξουν εξίσου συγκεκριμένες αποδόσεις, να μπορεί κανείς να απολαμβάνει είτε το εντός είτε το εκτός νόμου.
Ο επηρεασμός του κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου είναι βασικός στη σύμπηξη, στη θεμελίωση, μα δεν είναι επικαθοριστικός, ολοκληρωματικός, διότι ο ποιητής ενεργεί, επινοεί κι εντέλει δημιουργεί, ανεξαρτήτως πλαισίων, η κοινωνικο-ιστορική σημασία λοιπόν αποδίδει μία βάση μα η δημιουργικότητα και η επίδοση είναι ανεπηρέαστες από αυτή, δεν υπάρχει τίποτα που μην χρήζει υπέρβασης, μα αυτή αποδεικνύεται με κάποιο ανάπτυγμα.
Στον μεταμοντερνισμό η ανιστορική αισθητική αποδείχθηκε πολύ πιο αποδοτική και πιο καίρια από τον ανιστορικό φορμαλισμό του μοντερνισμού όμως εντέλει ο πολυκλαδικός φορμαλισμός του μεταμοντερνισμού, αυτό που συμβαίνει πια σχεδόν παντού, αυτή η νέα εξουσιαστική αισθητική εξίσωση δικαιωματισμών την υποβάθμισε.
Η ομοιωτική γραφή έχει υποκαταστήσει την ποίηση. Είναι ομοιωτική ανεξαρτήτως του αν είναι πρόχειρη, αντιγραφική και άτεχνη, ενδελεχής, πρωτοβουλιακή και έντεχνη∙ είναι ομοιωτική γιατί λειτουργεί σύμφωνα με προτύπα συλλογισμού. Όσο για τους επικαλούμενους άλλους, αυτοί είναι όλοι αναμεταξύ τους ίδιοι. Οι τάσεις, τα φαινόμενα, τα κινήματα, αποτελούν παροξυσμούς άρνησης αναγνώρισης της αλήθειας. Η ανθρωπότητα σέρνεται εδώ και αιώνες γιατί προσπαθεί να ελέγξει το αυτό προσπαθώντας να εκπαιδεύσει τον εαυτό της κατά την ανάγκη αυτού του ελέγχου και όχι κατά το αυτό.
Όχι μόνο είναι παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν μα είναι εξίσου παιδαριώδες να νοηματοδοτούμε το παρελθόν υποβιβάζοντας σε ουτοπία το μέλλον. Στην ποίηση δεν εντοπίζει κανείς ένα κέντρο ή ένα όριο μα ένα άνυσμα, όχι από ένα όριο προς ένα κέντρο μα από ένα δημιουργούμενο κέντρο προς ένα δημιουργούμενο όριο.
Πιστεύω πως δεν υπάρχει τόση ποίηση όση λεκτική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα δεν είναι ποικίλη. Το περιεχόμενο της λεκτικής συμπεριφοράς θεωρείται περιεχόμενο ποίησης μολονότι δεν είναι. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει στους τομείς της κριτικής και του δοκιμίου. Η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι λιγότερο ευτράπελη από απειλή αυτοκτονίας που διαρκεί μια ολόκληρη ζωή, με το υποκείμενο να πεθαίνει εντέλει από προχωρημένο γήρας».

20/12/23

Κενά Τεκμαιρόμενα (Δεύτερη έκδοση) [Εκάτη 2023]

Τα «Κενά Τεκμαιρόμενα» ιδρύουν ένα νέο είδος, σε χρόνο έτερο. Για τον ποιητή η ποίηση είναι ιερή ασθένεια του πνεύματος∙ συντηρεί τη μεταφυσική κενότητα με τον τρόπο που το σώμα ολοκληρώνεται από τον θάνατο. Αντίκτυπος μη υπαρχόντων που προσδιορίζουν την αδιαφορία προς τη μάταιη αναζήτηση του ανθρώπου. Ηχώ προερχόμενη από κατεστραμμένη σιωπή. Ένα ελάττωμα του υπάρχειν που διευθετείται μεταξύ διάνοιας και οδύνης.
 
                                                                 2017
 

Ανάπτυγμα / Δοκίμια και σημειώματα 1997-2012 (Δεύτερη έκδοση) [Εκάτη 2023]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διερευνήσεις κι εντοπισμοί στον τομέα της σύγχρονης ποίησης, του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού.

 
 

23/10/23

Σχετικά με τη γενιά των μπιτ και την αξιοποίηση των έργων τους. Συνέντευξη του Γιάννη Λειβαδά στον Γιώργο Κ. Μιχαηλίδη.

Στο τεύχος αρ. 200, του περιοδικού Οδός Πανός,  
Ιανουάριος-Μάρτιος 2024

 

Η συνέντευξη δόθηκε στις 24 Ιουνίου του 2023.

 

1) Τι είναι και τι σημαίνει για ‘σας  Μπιτ λογοτεχνία;

Αυτό που ήταν, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε αόριστο. Ένα λογοτεχνικό ρεύμα πολύ υψηλών επιδόσεων του οποίου ο τύπος εντοπίζεται πλέον σχεδόν παντού ενώ η ουσία του παραμένει ανεκμετάλλευτη, αναξιοποίητη. Ο όρος «μπιτ γενιά» ήταν παιγνιώδης, ενδεικτικός, παρά εμφατικός. Ας τον αφήσουμε στην άκρη. Σημαντικό σήμερα είναι το σε ποιόν βαθμό θα συναρμόσει κανείς το παρελθόν και το μέλλον μελετώντας τα έργα τους, σε ποιον βαθμό θα επιτύχει μια σύνδεση με την λογοτεχνική Παράδοση, μια απόπειρα ερμηνείας της, ώστε να αξιολογήσει εκ νέου τη διάθεσή του για λογοτεχνική ανάγνωση όσο και τη θέση του στη ζωή. Πέραν αυτού λειτουργούν μόδες, καπρίτσια, αμορφωσιά, που αντιπροσωπεύονται επάξια από μέντορες ανάλογης ολκής και κατάρτισης.

2) Γιατί θεωρείτε ότι υπήρξε ανάγκη να δημιουργηθεί ένα τέτοιο ρεύμα, αυτό το είδος λογοτεχνίας;

 Διότι η λογοτεχνία χρειαζόταν να απο-πολιτικοποιηθεί, να απο-ιδεολογικοποιηθεί ενώ ταυτόχρονα να επαναφέρει το πνευματικό στο λογοτεχνικό προσκήνιο υπό νέους όρους και μέσω μιας νέας μεθόδου δημιουργώντας ένα εξίσου νέο είδος κοινωνικοποίησης. Πιστεύω πως οι πραγματικές διαστάσεις αυτού του λογοτεχνικού ρεύματος ήταν μεγαλύτερες από εκείνες που αποδίδει ο χαρακτηρισμός «μπιτ».

3) Μπορούμε, δηλαδή, να αναγνωρίσουμε έναν πιο ανοικτό κύκλο, γύρω από τον πυρήνα, στον οποίο εντοπίζονται πολύ ειδικές σχέσεις ή ομοιότητες;

Ναι, βεβαίως, αρκεί όμως να τονίσουμε πως δεν επρόκειτο τόσο για ένα φάσμα επιδράσεων μα για έναν σχεδόν ταυτόχρονο και παρεμφερή προσανατολισμό, εντός του οποίου λειτουργούσαν ειδικότερες διαφορές. Στην πεζογραφία αυτός ο προσανατολισμός εκτεινόταν τουλάχιστον έως τον Τζον Φάντε και στην ποίηση τουλάχιστον έως τη Λέσλι Σκαλαπίνο, σε αυτά τα ενδιάμεσα πεδία βρίσκονταν ουκ ολίγοι λογοτέχνες.

4) Έργα των μπιτ άρχισαν να εμφανίζονται στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960, παρόλα αυτά η μετάφραση των πλέον σημαντικών έργων έγινε πολύ καθυστερημένα και όχι επιτυχημένα, δηλαδή μετά από σοβαρή μελέτη και γνώση της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας. Αριστουργήματα όπως το Ρώτα τη Σκόνη του Τζον Φάντε, μεταφράστηκαν μόλις αυτή τη δεκαετία. Ποιος πιστεύετε πως είναι ο λόγος για τον οποίο δεν εκδόθηκαν και δεν εκδίδονται πιο συστηματικά τα έργα αυτών των λογοτεχνών;

Θα δώσω την ίδια απάντηση που έδωσα στο παρελθόν: οι ανάγκες του εκδοτικού εμπορίου.

5) Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ποιητές και οι πεζογράφοι αυτής της γενιάς έφεραν τη λογοτεχνία απ’ τα σαλόνια στα αλώνια; 

Στη λογοτεχνία δεν υπήρχαν ούτε σαλόνια ούτε αλώνια, μολονότι υπάρχουν οπωσδήποτε σήμερα καθώς αυτό που ονομάζεται ευρύτερα λογοτεχνία δεν είναι παρά ένα σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης γραπτών προϊόντων. Η λογοτεχνία είναι περιθωριοποιημένη, παραγκωνισμένη. 

Ας μου επιτρέψεις όμως σε αυτό το σημείο να γίνω πιο συγκεκριμένος. Δεν είναι λίγοι οι αρθρογράφοι, οι κριτικοί, οι σχολιαστές και οι αναγνώστες που φαντασιώνονται πως επηρεάζουν την Ιστορία της λογοτεχνίας με τις προτιμήσεις ή τις απόψεις τους. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, επίσης, παρατηρείται κάτι ιδιαίτερο: τα αρχεία της σύγχρονης αναλυτικής κριτικής όσο και της συγκριτικής, από εκδότη σε εκδότη, από ίδρυμα σε ίδρυμα και από χώρα σε χώρα, έχουν αρχίσει να διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, να διίστανται ακόμη και σε επίπεδο στοιχειωδών, σε τέτοιο βαθμό που είναι πλέον αδύνατο να μιλά κανείς για κοινή βάση κριτικών και συγκριτικών δεδομένων. Για να αντιληφθούν οι νεότεροι τι εννοώ: το Μπιγκ Σερ, λόγου χάρη, ήταν ομοούσιο, όχι απλά αντίστοιχο, ανάλογο, ταυτόχρονο, με τη μουσική που ανέπτυξε ο Έρικ Ντόλφι στην Ουψάλα.

Ό,τι θίγεται, πάντως, ό,τι κρίνεται, αποδίδεται στη λογοτεχνική Ιστορία και ταυτόχρονα την αποδίδει, κάθε αναφορά στη γενιά των μπιτ ως αποφυγή της λογοτεχνικής Ιστορίας ή ως μοχλός παράκαμψής της είναι ανούσια.

Σε κάποιον νέο, νεότερο, θα έλεγα πως εάν εκείνο που τον ενδιαφέρει πραγματικά είναι να διαβάσει το έργο ενός ποιητή που ήταν βαρύς αλκοολικός, μπορεί εξίσου να στραφεί στον Γουάλας Στίβενς, εάν τον ενδιαφέρει να διαβάσει το έργο ενός πεζογράφου ταξιδιώτη, μπορεί εξίσου να στραφεί στον Μπρους Τσάτουιν, εάν τον ενδιαφέρει να διαβάσει το έργο ενός λογοτέχνη εθισμένου σε κάποια ουσία, μπορεί εξίσου να στραφεί στον Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, επικρατεί μια μνημειώδης σύγχυση η οποία δημιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε από συγκεκριμένους ανθρώπους με συγκεκριμένο πνευματικό πήχη και ανάλογες επιδιώξεις.

Επίτρεψέ μου να καταστήσω κάτι σαφές: η κουλτούρα των μπιτ δεν είχε, από  αισθητική και πνευματική άποψη, τίποτε κοινό με τους όρους αποδοχής και ενστερνισμού της από μέρος της κοινωνίας και της ακαδημίας. Εάν την κρίνουμε σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τις απόψεις όσων την αποδέχθηκαν και την υποστήριξαν για να ενισχύσουν τις προσωπικές τους αποβλέψεις την κρίνουμε άστοχα και λανθασμένα, με εξαίρεση την περίπτωση του Γκίνσμπεργκ ο οποίος ταυτίστηκε με αυτούς τους όρους και γι’ αυτόν τον λόγο παρέμεινε ιδιαίτερα γνωστός.

Σχετικά με τον Κέρουακ θα υπογραμμίσω, για μια ακόμη φορά, το εξής: το Στον Δρόμο παραμένει το πιο αποδεκτό του έργο διότι ευρύτερα θεωρείται πως είναι βασισμένο στην πάγια ανάγκη αποκόλλησης από το τετριμμένο, εντούτοις ο Κέρουακ γράφοντάς το καταπιάστηκε περισσότερο με την ανάγκη απόδρασης από τους περιορισμούς της συντεταγμένης κοινωνικοποίησης, επιπλέον όταν πέρασε σε υψηλότερο επίπεδο, στην διερεύνηση του αίτιου και της σχετικότητας των εμπειριών, γράφοντας τα Οράματα του Κόντι, δεν έγινε τόσο αποδεκτός.  

Λέω λοιπόν πως οι νεότεροι οφείλουν να στραφούν επισταμένως στα κείμενα και να αφήσουν στην άκρη όλα τα υπόλοιπα – τα οποία εξάλλου σήμερα αποτελούν κοινοτυπία. Μπορεί κανείς να κατατοπιστεί εξετάζοντας τα δοκίμια και τις παρουσιάσεις που έχω εκδώσει για το αντικείμενο.

Ένα από τα σημαντικά που προώθησαν οι μπιτ ήταν ή προειδοποίηση πως ο άνθρωπος έχει προετοιμαστεί για την μετατροπή του σε χειριζόμενο, άβουλο υποκείμενο, που θα πολεμά για τις αυταπάτες του πιστεύοντας πως υπεραμύνεται των επιλογών του. Κατά την προσωπική μου εκτίμηση αυτό ήδη συμβαίνει.

6) Εσείς, όντας ο ίδιος λογοτέχνης και μάλιστα από τους σημαντικούς, αναγνωρίζετε ένα αντίστοιχο ρεύμα, δηλαδή μια ελληνική Μπιτ γενιά;

Όχι, ούτε υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο ούτε σήμερα υπάρχει.

7) Ως μεταφραστής, πώς συνδιαλέγεστε με αυτήν τη γενιά, δηλαδή πώς κατορθώνετε να αποδίδετε το ιδιαίτερο ύφος, το υφάδι τους, χωρίς να μπαίνετε στη διαδικασία της παρεμβατικής μετάφρασης – κάτι που δυστυχώς έχουμε όλοι εντοπίσει σ’ έργα αυτής της γενιάς από γνωστούς/ες  μεταφραστές/τριες;

Αυτό βρίσκεται σε συνάφεια με όσα ανέφερα παραπάνω.

Αρχειοθήκη ιστολογίου