Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es

15/06/18

Αναγνωρίσεις του Ουίλιαμ Γκάντις [William Gaddis - The Recognitions]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/william-gaddis-leivadas





















Επανέρχομαι στην περίπτωση του Ουίλιαμ Γκάντις και των Αναγνωρίσεων, εφόσον ο συγγραφέας και το έργο επιβάλλουν την επιστροφή, καθότι στη μοναδικότητα και των δύο είχε συλληφθεί ο προσδιοριστικός διασκελισμός του λογοτεχνικού επέκεινα, μέσα στο οποίο εξακολουθούν οι τωρινές, και ίσως ένα μεγάλο μέρος από τις ερχόμενες, διαμορφώσεις.

Οι Αναγνωρίσεις, έργο απαράμιλλο και αδευτέρωτο για την εποχή του (δεκαετία του 1950) και για την εποχή που γράφεται αυτό το δοκίμιο. Η απουσία κριτικής η οποία συμπεριέλαβε και τις όχι λίγες αρνητικές κριτικές που δέχτηκε το βιβλίο, ήταν κάτι το οποίο αν δεν χαρακτηριστεί εύλογα ως αναμενόμενο, ήταν τουλάχιστον εξισορροπητικό∙ οι Αναγνωρίσεις θα μπορούσαν να είχαν διαφορετική κριτική υποδοχή μόνον στην περίπτωση που θα αποτελούσαν άλλο βιβλίο, πόνημα άλλου συγγραφέα.

Ένα λογοτεχνικό έργο του οποίου ακόμη και το απόξεσμα της εννοιοποίησής του είχε ξεπεράσει τα όρια της συγκριτικής και της ερμηνευτικής του μοντερνισμού, και επιπλέον δημιουργούσε κατάρρευση στις αιτιοκρατικές θεωρήσεις που εισηγήθηκαν τον μεταμοντερνισμό – δεν θα μπορούσε να δεχθεί άλλη αντιμετώπιση. Το αυτό εντός του: την επικείμενη αρνητική κριτική υποδοχή, ο Γκάντις την είχε προβλέψει και με σατιρικό τρόπο περιγράψει προς το τέλος του βιβλίου.  

Στις μαινάδες της κριτικής, δεν είχε απομείνει παρά μία λοξή εξεταστική πρεμούρα για να αποκρύψουν έστω ένα μέρος από τη συντριβή τους, να προβούν σε βεβιασμένη και ατυχή «σύγκριση» του έργου με κείμενα του Τζόις, του Ζιντ κ.α. – το έργο έπρεπε να υποβιβαστεί σύμφωνα με την απόκλισή του από την επιβεβαίωση των σπλάχνων και του κορμού της καθεστηκυίας κριτικής, δηλαδή της μόνης αναγνωρισμένης κριτικής. Διότι μια άλλη κριτική, εκείνη της διαχρονίας της τέχνης του λόγου, που δεν έπαιζε ρόλους και η ανάδειξή της στα λογοτεχνικά μέσα ήταν αδιανόητη, είχε εγκαίρως τοποθετήσει το έργο στη θέση που, με καθυστέρηση δεκαετιών, τοποθετήθηκε εκ των υστέρων∙ με όρους μάλλον απολογητικούς, αποζημιωτικούς, παρά αισθητικούς και αδιάσειστους.

Οι Αναγνωρίσεις, πέραν του ότι αποτέλεσαν εδραιωτική λίθο του μεταμοντερνισμού, ήταν το πρώτο πεζογράφημα που καταπιάστηκε μακροτενώς με τη φύση και την αξιολόγηση της πρωτοτυπίας, καταμεσής μίας παγκόσμιας πολιτισμικής διάστασης η οποία στηριζόταν σε αντίγραφα, simulacra – με βάρος λόγου που αφορά επίσης την παρούσα εποχή, αφού τα στηρίγματα εξακολουθούν να είναι τέτοια.

Ετούτη η συμβατότητα, καθιερωμένη πια ως ηθικό και λογοτεχνικό θέσφατο, γιγαντωμένη λόγω της δημιουργικής αδυναμίας που χαρακτηρίζει εν γένει τα simulacra που καταναλώνονται, κανονιστικά και κατεστημένα πλέον, ως λογοτεχνία∙ εμφωλεύει επιτυχημένα σε μεγάλο μέρος της μεταμοντερνικότητας, το οποίο δεν διαθέτει αυτονομία και πρωτοτυπία – εφόσον το μικρό, πολύ μικρό, εκείνο κομμάτι της μεταμοντερνικότητας που έχει ξεπεράσει με όρους επινόησης και ιδιοσυγκρασίας το δικαίωμα της «λογοτεχνικής ιδιοκτησίας», δεν εξαρτάται από την τυπική και διαδεδομένη μεταμοντέρνα χωλότητα, μα ούτε και συγχέεται μαζί της: «ο μεγαλοφυής, δεν κλέβει, κατακτά∙ την επαρχία που κάνει δική του την προσαρτά στην αυτοκρατορία του», όπως είχε δηλώσει κάποτε ο Δουμάς. 

alt
The Recognitions by William Gaddis
Στα λεγόμενα «εγκυκλοπαιδικά» πεζογραφήματα, και δη στα (πραγματικά) μεταμοντέρνα, στα οποία ανήκουν οι Αναγνωρίσεις –όπου οι τέχνες, οι επιστήμες, η Ιστορία η φιλοσοφία και οι θρησκείες συνθέτουν ένα λογοτεχνικό ανάπτυγμα– ο αναγνώστης δεν έχει την πολυτέλεια να επιβάλλει στο έργο μία καθοδηγητική, αναγνωστική οργάνωση ώστε να αντλήσει κατά τον γνωστό τρόπο μια ποθητή ερμηνεία. Ο αναγνώστης δεν έχει άλλη επιλογή από την ωριμότητα μιας πλήρους, εντούτοις δημιουργικής, υποταγής στο κείμενο, κατά την οποία μεταμορφώνεται στο μέσο, το οποίο σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ήταν το βιβλίο, το κείμενο, και όχι εκείνος.

Ο Γκάντις δεν ενδιαφερόταν τόσο για το πώς θα διαβαστεί το βιβλίο, αλλά για το τι θα διαβαστεί μέσα σ’ αυτό – μολονότι ο τρόπος είναι ο δρόμος, ένας δρόμος χωρίς τέλος, και το περιεχόμενό του, ο λόγος του, που βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν, δεν αποτελεί καταληκτικό γεγονός, πυρήνα κάποιων συγκλίσεων. Για παράδειγμα, ο υποτιθέμενος κεντρικός ήρωας, παύει πολύ σύντομα να είναι, και ενορχηστρώνεται μέσα στη ροή όντας τίποτε παραπάνω από ένα στοιχειακό προσάρτημα∙ εξαφανίζεται, επανεμφανίζεται και μετονομάζεται.

Ο αναγνώστης καταναλώνεται από το κείμενο, υποχρεώνεται σε ένα επίπεδο βαθύτερης συμμετοχής, ώστε να συνειδητοποιήσει πως τα υπάρχοντα κάθε σελίδας, κάθε κεφαλαίου, είναι πράγματι λογοτεχνικά μόνον εφόσον αμφισβητούνται αδιάκοπα – με όρους ανάγνωσης, διόλου με όρους υποκειμενικοποίησης, νοηματοθηρίας. 

Οι διάλογοι μέσα στο βιβλίο είναι και δεν είναι καίριοι, ορισμένες φορές δεν είναι καν χρήσιμοι, οι χαρακτήρες αδυνατούν να ολοκληρώσουν εκείνο που θέλουν να πουν. Ο Γκάντις θραύει τη ροή, τη συνοχή, ορισμένες φορές μιμείται τους καθημερινούς προβληματικούς, μη εστιασμένους διαλόγους – χρησιμοποιεί διάφορες γλώσσες, επηρεάζει ακόμη και τους συλλαβισμούς, παραμορφώνει τη σύνταξη, τις λέξεις.

Πλοκή δεν προσφέρεται. Στις Αναγνωρίσεις διερευνάται το αν και πώς είναι δυνατό να δημιουργήσει κανείς αυθεντική, πρωτότυπη τέχνη – δηλαδή και ζωή. Ο Γκάντις όμως δεν παρουσιάζει τη δική του γνώμη, δεν υποστηρίζει τη δική του αίσθηση, ούτε διεξάγει κάποια προσωπική ή μη-προσωπική διατύπωση. Ο συγγραφέας είναι σπάνιος, ασυνήθιστος, μόνο μια γνησιότητα, μία πρωτοτυπία προσφέρει.


15 Ιουνίου 2018

11/06/18

Η ανωτέρα μπακαλική δοκιμιογραφία



Στην ανωτέρα μπακαλική δοκιμιογραφία που αφορά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, υπό το άγος αναζήτησης εννοιακών προφυλάξεων, καλό είναι όταν κάνει κάποιος λόγο για ένα "διαρκές γίγνεσθαι"(;) να ανοίξει ένα από τα προσφερόμενα λεξικά ώστε να διαπιστώσει, έστω καθυστερημένα, πως το γίγνεσθαι είναι εγγενώς, εκ φύσεως διαρκές, συνεπώς όταν κάνει λόγο κανείς για "διαρκές γίγνεσθαι" κάτι δεν έχει ορθώς αντιληφθεί σε βαθμό που δεν δύναται να το σχολιάσει ή να το εντάξει σε κάποιον λογικό ειρμό και επίσης καλό είναι όταν συντάσσονται κείμενα των οποίων το υλικό και το περιεχόμενο βασίζεται σε δοκίμια άλλων δικιμιογράφων τα οποία έχουν ήδη δημοσιευθεί, (το 2005, το 2011 και το 2015) να νιώθει κανείς την υποχρέωση να τοποθετήσει παραπομπές ή έστω ειδικές σημειώσεις.

26/05/18

Γιάννης Λειβαδάς: Αποτμήματα κατά την επαναφορά τους [Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/apotmimata-kata-tin-epanafora-tous




















Είναι γνωστό ότι στη επικράτεια της ποίησης καμιά ακαδημία, καμιά δημοσιογραφική ομάδα, κανένας λογοτεχνικός παράγοντας, καμιά λογοτεχνική φιέστα, ουδένας κύκλος κριτικών, δεν υπεισέρχεται. Εάν αυτό δεν είναι γνωστό τότε δεν είναι γνωστή η αποσυνθετική ανάπτυξη τόσο της ποίησης όσο και του ποιητή.
Η Νίκη Της Σαμοθράκης, που δεν είναι ποίημα, και ο δημιουργός της ήταν γλύπτης και όχι ποιητής, υπήρξε έως σήμερα τρεις φορές σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο: όταν ο άγνωστος δημιουργός της την ολοκλήρωσε, όταν οι εργάτες του αρχαιολόγου Σαμπουαζό την ανακάλυψαν στη χαράδρα όπου ήταν θαμμένη (ευτυχώς ο Σαμπουαζό διέσωσε το άγαλμα από βέβαιη καταστροφή εξάγοντάς το από την Οθωμανική Αυτοκρατορία), και όταν τυλιγμένη και ασφαλισμένη σε ειδική κάσα μεταφέρθηκε σε ασφαλές μέρος λίγο πριν την είσοδο των ναζί στο Παρίσι. Αυτό που αντικρύζουν ή θαυμάζουν οι επισκέπτες στο Λούβρο δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα αισθητικής υγιεινής.
Ένα ποίημα πότε, ή, κάθε πότε χρειάζεται; Άντε να διασωθεί κανείς με την επέλαση μίας τέτοιας αναταραχής. Κι ο ποιητής, ποιος είναι; Εκείνος, ας πούμε, που απομένει με βασικά διαθέσιμα. Που απομένει με λιγότερα του μηδενός. Που δεν απομένει.    
Το πρόβλημα του εκτοπίσματος δύο φτερών. Το ζήτημα της εμφάνισης δύο φτερών. Η έκβαση από τη χρήση δύο φτερών. Πάνε ήδη είκοσι χρόνια από τότε που έγραψα στο βιβλίο του Λαοκόοντα, «αν έχεις μικρά φτερά μην κάνεις μεγάλο ταξίδι, αν πάλι έχεις φτερά μεγάλα πρόσεξε να μην κάνεις μικρό.»
Ειδικότητα των φτερών; Ή ειδικότητα των δυνατοτήτων; Ο φιλοσοφικός και ο αισθητικός πολιτικαντισμός, εφησυχασμένος και γαλήνιος διανομέας φτερών και πτήσεων, αποζημιώνει κάθε αίσθηση πτήσης – ως και κάθε αίσθηση πτώσης από την πτήση. Ως και τα   αποτμήματα μιας φημολογούμενης στιχοδρόμησης: εκείνοι που έπεσαν έπεσαν, έχασαν κάθε ευκαιρία – ρωτήστε κι αυτούς που εξακολουθούν να πέφτουν, που η πτώση τους δεν ολοκληρώθηκε ακόμα: για τούτο και δεν γίνεται πόλος διαφήμισης, αναφοράς: φιλότιμο στην ποίηση.
Ο θνητός, κακομοίρης μιας ζήσης, ενώ ο νεκρός, φτερωτός, με το προνόμιο μίας αιωνιότητας που δεν σηκώνει πολλή συζήτηση, μολονότι το βάρος μίας βάρβαρης, για τον θνητό, γαλήνης, είναι ικανή να σηκώσει.
Οι νεκροί έχουν δικαιωθεί, όντας πια διορισμένοι στο ερέθισμα μίας στραμμένης προσοχής. Oι νεκροί, είναι και αυτοί βαλμένοι σε τάξη. Παρεισέφρησαν οι δοκιμασμένες διαπραγματεύσεις. Ο εκμηδενισμός των νεκρών προσφέρει ένα ποθητό, αλλιώτικα αδιανόητο, παρελθόν, το οποίο δεν χρειάζεται καν αποκήρυξη.  
Ο επικοινωνιακός τομέας επιλέγει το καμουφλάζ της ποίησης όσο διαθέτει μια ποίηση δική του, η οποία τον επικαλύπτει: η αγαστή κληρονομιά της αμφιβολίας η οποία δεν αφήνει τον εαυτό της να διαταραχθεί από την ανοικειότητα της εξαίρεσης, κι αυτό όχι τόσο λόγω της διάκρισης μα λόγω όλων εκείνων που μία τέτοια διάκριση αναδεικνύει.
Η λέξη θάνατος, στις μέρες μας είναι συνώνυμη όλων των χυδαίων υποκοριστικών που μπορεί να βάλει στο μυαλό του κανείς. Το νοηματικό σύστημα αυτού του θανάτου ξεκινά από τον βουβώνα και σε αυτόν καταλήγει. Ανθρωπομορφισμοί της μοιρασιάς. Όλοι ή ουδείς. Οι διατιθέμενες εστίες ήταν ανέκαθεν ευρύχωρες.
Αρκεί να διακρίνει κανείς το βάθος νοσταλγίας του αναχρονισμού. Πριν από λίγες μέρες επανήλθα μετά από δεκατρία χρόνια στα σημειώματα όπου είχα ολοκληρώσει μια πραγματεία για την αποσύνθεση των ποιητικών λέξεων και φράσεων – των λέξεων και των φράσεων.
Η ποίηση, ξεπεσμένο όνειρο μίας απλοϊκής προσφερόμενης κατανόησης. Δεν μπορεί παρά να είναι κανείς λιγάκι παραπάνω ευτυχής απ’ όσο η ενσωμάτωσή του το επιτρέπει. Η ποίηση είναι μία άπτερος νίκη που εκπέμπεται από τη σιωπή∙ τη σιωπή που υπάρχει μόνο ως ερμηνεία της απτέρου νίκης. Φτερά από εντυπώσεις.
Ποιος θα πείσει ποιον, για όσα δεν έχει καν λόγο ο ίδιος να πειστεί. Για όσα είναι πεπεισμένος, θα προσπαθήσει να πείσει τους πάντες με τρυφερή και μαργαρώδη ευπάθεια: ας μην είμαστε πεπεισμένοι για τίποτα. Κι οι δύο τρόποι αποδεικνύουν το ψεύδος του εφόσον καταβάλλεται μια τέτοια προσπάθεια.
Η μία έγκριτη ερμηνεία πάνω στην άλλη –κατά τα παλαιό σύστημα της ομαδικής ταφής– σχηματίζουν ένα φτερωτό μνημείο, πράγματι καθηλωτικό για τους απροσμέτρητους ελεγκτές που ελέγχουν μέσω της συμφωνίας τους να ελέγχονται.
Κάτω από τις πέργκολες με τα ανθισμένα πείσματα, τα ελεγκτικά  πνεύματα επικοινωνούν με τους έντεχνους, απροσδόκητους τρόπους μίας αναθεωρημένης  σαπρότητας.

Αρχειοθήκη ιστολογίου