Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es

11/06/18

Η ανωτέρα μπακαλική δοκιμιογραφία



Στην ανωτέρα μπακαλική δοκιμιογραφία που αφορά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, υπό το άγος αναζήτησης εννοιακών προφυλάξεων, καλό είναι όταν κάνει κάποιος λόγο για ένα "διαρκές γίγνεσθαι"(;) να ανοίξει ένα από τα προσφερόμενα λεξικά ώστε να διαπιστώσει, έστω καθυστερημένα, πως το γίγνεσθαι είναι εγγενώς, εκ φύσεως διαρκές, συνεπώς όταν κάνει λόγο κανείς για "διαρκές γίγνεσθαι" κάτι δεν έχει ορθώς αντιληφθεί σε βαθμό που δεν δύναται να το σχολιάσει ή να το εντάξει σε κάποιον λογικό ειρμό και επίσης καλό είναι όταν συντάσσονται κείμενα των οποίων το υλικό και το περιεχόμενο βασίζεται σε δοκίμια άλλων δικιμιογράφων τα οποία έχουν ήδη δημοσιευθεί, (το 2005, το 2011 και το 2015) να νιώθει κανείς την υποχρέωση να τοποθετήσει παραπομπές ή έστω ειδικές σημειώσεις.

26/05/18

Γιάννης Λειβαδάς: Αποτμήματα κατά την επαναφορά τους [Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/apotmimata-kata-tin-epanafora-tous




















Είναι γνωστό ότι στη επικράτεια της ποίησης καμιά ακαδημία, καμιά δημοσιογραφική ομάδα, κανένας λογοτεχνικός παράγοντας, καμιά λογοτεχνική φιέστα, ουδένας κύκλος κριτικών, δεν υπεισέρχεται. Εάν αυτό δεν είναι γνωστό τότε δεν είναι γνωστή η αποσυνθετική ανάπτυξη τόσο της ποίησης όσο και του ποιητή.
Η Νίκη Της Σαμοθράκης, που δεν είναι ποίημα, και ο δημιουργός της ήταν γλύπτης και όχι ποιητής, υπήρξε έως σήμερα τρεις φορές σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο: όταν ο άγνωστος δημιουργός της την ολοκλήρωσε, όταν οι εργάτες του αρχαιολόγου Σαμπουαζό την ανακάλυψαν στη χαράδρα όπου ήταν θαμμένη (ευτυχώς ο Σαμπουαζό διέσωσε το άγαλμα από βέβαιη καταστροφή εξάγοντάς το από την Οθωμανική Αυτοκρατορία), και όταν τυλιγμένη και ασφαλισμένη σε ειδική κάσα μεταφέρθηκε σε ασφαλές μέρος λίγο πριν την είσοδο των ναζί στο Παρίσι. Αυτό που αντικρύζουν ή θαυμάζουν οι επισκέπτες στο Λούβρο δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα αισθητικής υγιεινής.
Ένα ποίημα πότε, ή, κάθε πότε χρειάζεται; Άντε να διασωθεί κανείς με την επέλαση μίας τέτοιας αναταραχής. Κι ο ποιητής, ποιος είναι; Εκείνος, ας πούμε, που απομένει με βασικά διαθέσιμα. Που απομένει με λιγότερα του μηδενός. Που δεν απομένει.    
Το πρόβλημα του εκτοπίσματος δύο φτερών. Το ζήτημα της εμφάνισης δύο φτερών. Η έκβαση από τη χρήση δύο φτερών. Πάνε ήδη είκοσι χρόνια από τότε που έγραψα στο βιβλίο του Λαοκόοντα, «αν έχεις μικρά φτερά μην κάνεις μεγάλο ταξίδι, αν πάλι έχεις φτερά μεγάλα πρόσεξε να μην κάνεις μικρό.»
Ειδικότητα των φτερών; Ή ειδικότητα των δυνατοτήτων; Ο φιλοσοφικός και ο αισθητικός πολιτικαντισμός, εφησυχασμένος και γαλήνιος διανομέας φτερών και πτήσεων, αποζημιώνει κάθε αίσθηση πτήσης – ως και κάθε αίσθηση πτώσης από την πτήση. Ως και τα   αποτμήματα μιας φημολογούμενης στιχοδρόμησης: εκείνοι που έπεσαν έπεσαν, έχασαν κάθε ευκαιρία – ρωτήστε κι αυτούς που εξακολουθούν να πέφτουν, που η πτώση τους δεν ολοκληρώθηκε ακόμα: για τούτο και δεν γίνεται πόλος διαφήμισης, αναφοράς: φιλότιμο στην ποίηση.
Ο θνητός, κακομοίρης μιας ζήσης, ενώ ο νεκρός, φτερωτός, με το προνόμιο μίας αιωνιότητας που δεν σηκώνει πολλή συζήτηση, μολονότι το βάρος μίας βάρβαρης, για τον θνητό, γαλήνης, είναι ικανή να σηκώσει.
Οι νεκροί έχουν δικαιωθεί, όντας πια διορισμένοι στο ερέθισμα μίας στραμμένης προσοχής. Oι νεκροί, είναι και αυτοί βαλμένοι σε τάξη. Παρεισέφρησαν οι δοκιμασμένες διαπραγματεύσεις. Ο εκμηδενισμός των νεκρών προσφέρει ένα ποθητό, αλλιώτικα αδιανόητο, παρελθόν, το οποίο δεν χρειάζεται καν αποκήρυξη.  
Ο επικοινωνιακός τομέας επιλέγει το καμουφλάζ της ποίησης όσο διαθέτει μια ποίηση δική του, η οποία τον επικαλύπτει: η αγαστή κληρονομιά της αμφιβολίας η οποία δεν αφήνει τον εαυτό της να διαταραχθεί από την ανοικειότητα της εξαίρεσης, κι αυτό όχι τόσο λόγω της διάκρισης μα λόγω όλων εκείνων που μία τέτοια διάκριση αναδεικνύει.
Η λέξη θάνατος, στις μέρες μας είναι συνώνυμη όλων των χυδαίων υποκοριστικών που μπορεί να βάλει στο μυαλό του κανείς. Το νοηματικό σύστημα αυτού του θανάτου ξεκινά από τον βουβώνα και σε αυτόν καταλήγει. Ανθρωπομορφισμοί της μοιρασιάς. Όλοι ή ουδείς. Οι διατιθέμενες εστίες ήταν ανέκαθεν ευρύχωρες.
Αρκεί να διακρίνει κανείς το βάθος νοσταλγίας του αναχρονισμού. Πριν από λίγες μέρες επανήλθα μετά από δεκατρία χρόνια στα σημειώματα όπου είχα ολοκληρώσει μια πραγματεία για την αποσύνθεση των ποιητικών λέξεων και φράσεων – των λέξεων και των φράσεων.
Η ποίηση, ξεπεσμένο όνειρο μίας απλοϊκής προσφερόμενης κατανόησης. Δεν μπορεί παρά να είναι κανείς λιγάκι παραπάνω ευτυχής απ’ όσο η ενσωμάτωσή του το επιτρέπει. Η ποίηση είναι μία άπτερος νίκη που εκπέμπεται από τη σιωπή∙ τη σιωπή που υπάρχει μόνο ως ερμηνεία της απτέρου νίκης. Φτερά από εντυπώσεις.
Ποιος θα πείσει ποιον, για όσα δεν έχει καν λόγο ο ίδιος να πειστεί. Για όσα είναι πεπεισμένος, θα προσπαθήσει να πείσει τους πάντες με τρυφερή και μαργαρώδη ευπάθεια: ας μην είμαστε πεπεισμένοι για τίποτα. Κι οι δύο τρόποι αποδεικνύουν το ψεύδος του εφόσον καταβάλλεται μια τέτοια προσπάθεια.
Η μία έγκριτη ερμηνεία πάνω στην άλλη –κατά τα παλαιό σύστημα της ομαδικής ταφής– σχηματίζουν ένα φτερωτό μνημείο, πράγματι καθηλωτικό για τους απροσμέτρητους ελεγκτές που ελέγχουν μέσω της συμφωνίας τους να ελέγχονται.
Κάτω από τις πέργκολες με τα ανθισμένα πείσματα, τα ελεγκτικά  πνεύματα επικοινωνούν με τους έντεχνους, απροσδόκητους τρόπους μίας αναθεωρημένης  σαπρότητας.

14/05/18

Magnat De La Mort / Video

https://www.youtube.com/watch?v=Fm6bOxvDrqg

Magnat De La Mort [Poèmes courts 1997-2011] Editions L'Harmattan 2017
Video














23/04/18

Αύγουστος 2017 στο Café de L'Arbalete [Book Press, 2018]

alt 

 

 

 

 

 

 

 

 

 https://bookpress.gr/stiles/eponimos/8837-sundroma-kai-sundromes

Σύνδρομα και συνδρομές. «Παρακμή. Λέξη ιδιαιτέρως βολική για τους αμαθείς παιδαγωγούς, λέξη αόριστη πίσω από την οποία λουφάζουν η οκνηρία και η αδιαφορία μας απέναντι στον νόμο. Προς τι λοιπόν η χαρά; Προς δική σας τέρψη ίσως. Γιατί να μην έχει η λύπη την ομορφιά της; Και η φρίκη επίσης; Και τα πάντα; Και το οτιδήποτε;» έγραψε ο Μποντλέρ το 1865 σε μία του επιστολή προς τον Ζιλ Ζανάν.   

Κάθε περίοδος στασιμότητας, κάθε διανοητική περίοδος δηλαδή, στοιχειώνεται και από μία εμπλοκή, ώστε της εμπλοκής η λύση να αποτελέσει ευκαιρία για μια δήλωση, έναν διατυμπανισμό. Όσα δεν την αφορούν και δεν την ενδιαφέρουν, είναι πράγματα που δεν αφορούν και δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Όλες οι οσίες παρθένοι των μυσταγωγικών μυστηρίων καταδικάζουν την ομήγυρη για την αδιαφορία που δείχνει προς τα μυστήριά τους – γιατί κι εκείνες αδιαφορούν για τα δικά της.

Η ομήγυρη οφείλει, με κάποιον τρόπο, αυτή την ομοιωτική φύση, την ταυτολογία, να την πληρώσει, πρέπει να βιώσει την κατάλληλη τιμωρία, η οποία απαιτείται να είναι κάπως θεαματική: Ιερά Εξέταση στο προσκήνιο, υπερθετικοί βαθμοί των εξωφύλλων, των σελίδων, των τυπογραφικών στοιχείων. 

Αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες λογοτεχνικές οικογένειες. Όταν τον πρώτο λόγο τον έχουν οι οικογένειες και όχι οι λογοτέχνες, γιατί οι λογοτέχνες ως ψυχαγωγικά πορτρέτα, εκτός από συμπιεσμένες μορφές στο ασφυκτικό τσουβάλι των παραχρήσεων, μπορούν να είναι και κάτι άλλο∙ το οποίο δεν παράγει και δεν προάγει η αλληλοεξάρτηση της αδιαφορίας προς τα μυστήρια, η αναγκαιότητα να συνεχίσει κανείς τη ζωή του με τη βοήθεια εκδοτικών και αναγνωστικών συνηγόρων∙ ειδάλλως η ζωή σκορπάει όπως η μπούρμπερη. 

Στις 29 Ιουλίου του 1914, ο Μπλεζ Σαντράρ κατετάγη μαζί με τον Ιταλό ποιητή Ριτσιότο Κανούντο στη Λεγεώνα των Ξένων για να βοηθήσουν τη Γαλλία στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ίδιο βράδυ ο Σαντράρ όλως τυχαίως συνάντησε στο καφέ-μπαρ Κλοσρί ντε Λιλά, τον Ράινερ-Μαρία Ρίλκε τον οποίο αναγκάστηκε να χτυπήσει για να προστατέψει μία νεαρή Γαλλίδα την οποία ο Γερμανός ποιητής παρενοχλούσε με ιδιαίτερα προσβλητικό τρόπο, πιστεύοντας πως ουδείς θα τολμούσε να τον επιπλήξει επειδή συνοδευόταν από το γερμανικό του λυκόσκυλο. 

To 1936, στο Κι Ουέστ, o Γουάλας Στίβενς όντας μεθυσμένος, προκάλεσε σε καυγά τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Στην απόπειρά του να τον δείρει έσπασε τα δύο δάχτυλα του χεριού του πάνω στο σαγόνι του Χέμινγουεϊ, γλίστρησε και σωριάστηκε σε μια λακκούβα πλάι στον δρόμο. 

To 1953, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ετοιμοθάνατος ο Ντίλαν Τόμας, ο υπεύθυνος του θαλάμου έκανε παράπονα πως πολλοί από τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν, μολονότι συμπεριφέρονταν ως κύριοι, βρομούσαν αλκοόλ. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο ε.ε. κάμινγκς, ο οποίος είχε προστρέξει αμέσως μόλις έμαθε για το συμβάν, και ένας άλλος ήταν ο Τζον Μπέριμαν, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που βρέθηκε πλάι στον Τόμας την ώρα του θανάτου του και εκείνος που ανακοίνωσε τον θάνατό του. 

Ο Τζακ Κέρουακ κάθε φορά που τον ρωτούσαν ποιο θεωρούσε πως ήταν το καλύτερο βιβλίο που είχε γράψει, απαντούσε διαφορετικά, προώθησε έξι απ’ αυτά ως καλύτερα. Από το 1967 όμως, όταν ο θάνατος εμφανιζόταν καθημερινά με τη μορφή της πόλης όπου είχε γεννηθεί, και καταχωνιαζόταν στο Νίκι’ς Μπαρ, επέμενε πως ήταν ένα – εκείνο που εκδόθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. 

Ο Γουίλιαμ Γκάντις, τo 1976, σε μία από τις ελάχιστες και χαρακτηριστικές του ομιλίες, τόνισε πως ανήκε στους τελευταίους που πίστευαν πως ο λογοτέχνης δεν πρέπει να κάνει δημόσιες δηλώσεις και εμφανίσεις∙ πρέπει απλώς να διαβάζεται. Γνώριζε τι εστί εγκυρότητα ανάγνωσης: μοναδικός υποδοχέας ο κίνδυνος των αναλογιών που φέρει η ζωή του αναγνώστη, κατά τους κινδύνους των αναλογιών του λογοτέχνη.

Η γλισχρότητα, ανάδοχος του λεγόμενου «αμερικανικού» προτύπου, που απαιτεί καθετί το οποίο κατατίθεται από έναν συγγραφέα ή έναν σχολιαστή προφορικώς ή πάνω στο χαρτί, να αντιμετωπίζεται ως σημαντικό χρονικό κομπόδεμα ή ως υλικό άξιο της προσοχής των πάντων∙ είναι φυσικό να κοντοστέκεται μπροστά στα φαινόμενα μετουσίωσης υπό την επήρεια μίας απλής νεύρωσης. Η φοβία, αντίστοιχα, μπροστά στα φαινόμενα μετουσίωσης, σπεύδει να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στη μονοτονία της αποδεχόμενη πλήρως κάθε πληροφοριακή ψύχωση που έχει την εντύπωση πως είναι απαιτούμενη. 

Επισταμένως ταξινομημένες συλλογές πλασμάτων, ονομάτων, γεγονότων. Τα παρόντα υπάρχοντα δεν αρκούν για ζωή, αφού μήτε τα μελλοντικά θα αρκέσουν. Οι μάντεις ακολουθούν την πιο αισιόδοξη πρόγνωσή τους στο, αχνοφωτισμένο από το ποιητικό φως της χαραυγής, δάσος της ελλόγιμης δάφνης. 

Λίγο πιο πάνω παρουσίασα ένα πολύπτυχο δίχως την παραμικρή λογοτεχνική περιεκτικότητα. Αντικατέστησα τον υποφαινόμενο με μία πώληση καταρτίσεων, φιλανθρωπικής φύσεως.

Μία ελαφριά αρρώστια στην αιωνιότητα φαντάζει ολέθρια. Ωσεί βλαβερό ένα ατελές χάρισμα.     

Επαγγελματισμός άλφα και βήτα: ο πρώτος προσπαθεί να κλείσει τον λάκκο που του ανοίγει η ζωή, ο δεύτερος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως ο δικός του λάκκος δεν έχει ανοιχτεί. 

 

Γιάννης Λειβαδάς

Παρίσι 2018 

 

 

06/04/18

Γιάννης Λειβαδάς: Η διαχρονία της μελάνης [Book Press, 6/04/2018]




















Εκείνη η περίφημη κριτική που έγραψε ο Ουόλτ Ουίτμαν για τα Φύλλα Χλόης, σε ένα τεύχος της Επιθεώρησης Των Ηνωμένων Πολιτειών, παριστάνοντας τον βιβλιοκριτικό ο οποίος αποθέωσε τον τόμο των ποιημάτων του, αποτελείτο από λίγες παραπάνω από τρεις χιλιάδες λέξεις.
Σε αυτή την πλαστή κριτική, ο Ουίτμαν σημείωσε πολλά και διάφορα που αφορούσαν τα ποιήματα και τον ποιητή, και όλα τους όσο στημένα και προμελετημένα κι αν ήταν, αποδείχθηκαν, διαχρονικά και εύστοχα. Εν ολίγοις, και αυτό είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτο, ο Ουίτμαν έκανε μία συνοπτική ανάλυση στον εαυτό του και στην ποίησή του η οποία δεν απόκλινε ιδιαίτερα από τις αναλύσεις και τις παρουσιάσεις που δέχθηκε πολύ αργότερα από τον θάνατό του και δεν αποκλίνει ιδιαίτερα ούτε από τις σημερινές παρουσιάσεις και νύξεις που καταγράφονται με αφορμή τη ζωή και το έργο του.
Από τις τρεις χιλιάδες εκείνες λέξεις, απομόνωσα, κάποια στιγμή, την εποχή που ασχολήθηκα με το έργο του, τα εξής: «κάθε φράση αναγγέλλει καινούργιους νόμους» και «[η λογοτεχνία] δεν έχει γίνει αφόρητα προσποιητή;». Τα λόγια αυτά σημειώθηκαν και δημοσιεύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1855.
Ο καλπουζάνος Ουίτμαν λοιπόν, δεν ήταν λιγότερο ειλικρινής από τον ποιητή Ουίτμαν, μολονότι δεν στάθηκε τόσο ψηλά όσο ο ποιητής, αλλά χαμηλότερα.
Ποιοι μπορεί να ήταν όμως, οι «καινούργιοι νόμοι», τι σήμαιναν αυτά τα λόγια για τον Ουίτμαν και την ποίηση; Και στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, σε ποια «αφόρητη προσποίηση» αναφερόταν; Τι έχει συμβεί και τι έχει αποτιμηθεί έως σήμερα από την εποχή που οι δύο αυτές φράσεις γράφθηκαν; Πολλά, μα ίσως και λίγα. Έχουν συμβεί πάρα πολλά, μα ίσως και ελάχιστα.
Η κάλπικη ποίηση είναι εξίσου ανθεκτική με την αληθινή. Η φενάκη και η εκζήτηση δεν είναι λιγότερο ανθεκτικές από την πρωτοτυπία και την ειλικρίνεια. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι οι άνθρωποι, και οι άνθρωποι δεν είναι ο άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι, αλλά ο άνθρωπος είναι αυτό που γίνεται.
Αυτή η συζήτηση, ή έστω, διερώτηση, δεν έχει νόημα. Ή αν όντως έχει, τότε δεν χρειάζεται να γίνει.
Στις θρησκείες, οι οποίες είναι περισσότερες απ’ όσες λέγεται πως είναι, η αξία ενός κειμένου κατά βάση αποδεικνύεται από την αγιότητα του συντάκτη του, κατά τον ίδιο τρόπο, εκείνο το γραπτό πράγμα που προσδιορίζει την αποτελεσματικότητα μίας υποδομής η οποία δεν διαθέτει ανωδομή, ονομάζεται πλαστογραφικά «ποίηση», για να αποκρύψει τη φύση του δικού του συντάκτη.
Η αποδέσμευση από την τυπικότητα είναι μία μορφή θανάτου, η οποία αντιμετωπίζεται ως βέβηλη πράξη από τους εγγυητές της τυπικότητας∙ οι οποίοι, όντας οι απόλυτοι ανιεροφανείς, προτιμούν έναν θάνατο, ο οποίος εντοπίζεται στη φαντασία τους, παρά την αποδέσμευση η οποία ολοσχερώς στην ποίηση εντοπίζεται.









Αρχειοθήκη ιστολογίου