Αρχική σελίδα Εργογραφία Βιογραφικό Υπό έκδοση Νέα ποίηση En/Fr/It/Es

29/07/16

Μπλεζ Σαντράρ, ένα βιογραφικό σκαρίφημα [Εκδόσεις Κουκούτσι, Ιούλιος 2016]



Γιάννης Λειβαδάς: Μπλεζ Σαντράρ, ένα βιογραφικό σκαρίφημα [Εκδόσεις Κουκούτσι, Ιούλιος 2016]
Yannis Livadas: Blaise Cendrars, une esquisse biographique [Éditions Koukoutsi, Athènes, juillet 2016]

«Si Rimbaud fut fondateur et pilier de l'esprit de la poésie moderne, Cendrars, en plus d'en être un grand réformateur, il en fut également bâtisseur lors de l'élévation de celle-ci. D'un premier point de vue, on pourrait y voir le plus sublime, le plus accompli, le dernier des symbolistes. Cependant, Blaise Cendrars fut indiscutablement le pionnier capital du modernisme».
Y. L.


23/07/16

Στο εργαστήρι του Γιάννη Λειβαδά / για τα έργα του Τζακ Κέρουακ

http://www.bookpress.gr/stiles/sto-ergastiri/giannis-leivadas

Στο Book Press.




Κάποια βιβλία του Τζακ Κέρουακ εμφανίστηκαν μπροστά μου όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων. Ήταν η εποχή που στην Ελλάδα λάμβανε χώρα η πρώτη ουσιαστική εκδοτική παρουσίαση της λογοτεχνίας των μπιτ, η δεκαετία του ’80, με τον Κέρουακ να μεσουρανεί για ένα διάστημα ως σκαιός βασιλέας της «περιθωριακής» αμερικανικής πεζογραφίας. Εισήχθη δηλαδή ειδικά μετασκευασμένος ώστε να συμπληρώσει το εικονικό πάνθεον που θα έδινε άλλοθι σε μία σειρά από κριτικές και λογοτεχνικές στρεβλώσεις, οι οποίες θάλλουν ακόμη στις μέρες μας. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, η γραφή και το ήθος του για πολλά χρόνια άσκησαν μεγάλη επίδραση μέσα μου, σε γνωστικό, ανθρώπινο επίπεδο, όχι τόσο σε λογοτεχνικό.
Υπάρχει ανάγκη να εμφανιστούν νέοι άνθρωποι οι οποίοι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τόσο το κριτικό όσο και το μεταφραστικό έργο που απαιτείται ώστε να αποδοθούν τα βιβλία του Τζακ Κέρουακ στην εντέλεια. Μόνο αυτό αρμόζει σε έναν δημιουργό ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή και καθόρισε σε αξιοσημείωτο βαθμό την πορεία και τις ανάγκες της νεότερης λογοτεχνίας, σε διεθνές επίπεδο.
Μεγαλώνοντας, και κάνοντας μία σειρά από κάθε άλλο παρά λογοτεχνικές εργασίες, για να ζήσω, ξεκίνησα να διαβάζω τα έργα στο αμερικανικό πρωτότυπο. Τότε άρχισα να εντοπίζω τον βαθμό παραποίησης, κακής μετάφρασης, που είχαν υποστεί στην ελληνική, οι οποίες είχαν υποβοηθήσει μέχρις ενός σημείου και τους αδιανόητους κριτικούς απολογισμούς που εμφανίζονταν ανά καιρούς για τον ίδιο και το έργο του. Προφανώς αυτές ήταν οι δυνατότητες της εποχής και των ανθρώπων που κόπιασαν, τα πράγματα όμως άλλαξαν και συν τω χρόνω διορθώνονται και αποκαθίστανται στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Υπάρχει ανάγκη να εμφανιστούν νέοι άνθρωποι οι οποίοι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τόσο το κριτικό όσο και το μεταφραστικό έργο που απαιτείται ώστε να αποδοθούν τα βιβλία του Τζακ Κέρουακ στην εντέλεια. Μόνο αυτό αρμόζει σε έναν δημιουργό ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή και καθόρισε σε αξιοσημείωτο βαθμό την πορεία και τις ανάγκες της νεότερης λογοτεχνίας, σε διεθνές επίπεδο.
Το να μεταφράζει κανείς βιβλία ενός λογοτέχνη του οποίου το έργο έχει προηγουμένως, έως ενός σημείου, μεταφραστεί, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ξεκινήσει κανείς να μεταφράζει το έργο ενός λογοτέχνη ο οποίος είναι ανέκδοτος. Στην πρώτη περίπτωση ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις προηγούμενες αβλεψίες και τα λάθη που έχουν υπάρξει, ήτοι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους στην προσπάθειά του να καταδείξει το ποιόν και τις όποιες ιδιαιτερότητες καθορίζουν αλλά και αντικειμενοποιούν το λογοτεχνικό περιεχόμενο.
Το να μεταφράζει κανείς βιβλία ενός λογοτέχνη του οποίου το έργο έχει προηγουμένως, έως ενός σημείου, μεταφραστεί, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ξεκινήσει κανείς να μεταφράζει το έργο ενός λογοτέχνη ο οποίος είναι ανέκδοτος. Στην πρώτη περίπτωση ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις προηγούμενες αβλεψίες και τα λάθη που έχουν υπάρξει, ήτοι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους στην προσπάθειά του να καταδείξει το ποιόν και τις όποιες ιδιαιτερότητες καθορίζουν αλλά και αντικειμενοποιούν το λογοτεχνικό περιεχόμενο. Οι μεταφράσεις των έργων του Κέρουακ με οδήγησαν αυτομάτως στην πρώτη περίπτωση.
Οι όποιες μεταφραστικές δυσκολίες αφορούσαν την απόδοση ορισμένων λεκτικών ιδιωμάτων τα οποία συναντά κανείς σε κάποια από τα βιβλία που έγραψε ο Κέρουακ, καθώς και στον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του, την οποία ονόμασα «διασυγκοπτόμενη σύνταξη», την οποία θεωρώ θεμελιώδες στοιχείο του ύφους του, ειδικά στα δυσκολότερα, μα συνάμα, σημαντικότερα έργα του, τα οποία είναι το Μέξικο Σίτι Μπλουζ και τα Οράματα του Κόντυ, με όλα τα υπόλοιπα να ακολουθούν.
Η εξειδίκευση στο έργο του Τζακ Κέρουακ δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί δίχως προηγουμένως να έχω εξειδικευθεί στο έργο ολόκληρης της μπιτ γενιάς, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω με τον τρόπο που προχώρησα εάν δεν διέθετα ήδη την απαιτούμενη εποπτεία στην μπιτ λογοτεχνία, αν δεν είχα αφιερώσει τόσα χρόνια στη μελέτη και την εμβάθυνση σε αυτό το βασικό παρακλάδι της αμερικανικής μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.
Το έργο του Κέρουακ δεν ήταν στην πραγματικότητα, τίποτε άλλο από μία κατακρήμνιση λογοτεχνικών μοντέλων, τόσο στην πεζογραφία όσο και, ίσως ακόμη περισσότερο, στην ποίησή του. Αμέτρητες παραμορφώσεις, εμπλοκή με ριψοκίνδυνες εννοιολογικές ενσωματώσεις. Σε όλα του σχεδόν τα βιβλία ο Κέρουακ απασχολήθηκε με τη μοναδικότητα που κρυβόταν πίσω από το ύφος και την πρωτοτυπία, εν ολίγοις πίσω από τις, λεγόμενες, προοδευτικές αμφισβητήσεις της εποχής του.
Το έργο του Κέρουακ δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από μία κατακρήμνιση λογοτεχνικών μοντέλων, τόσο στην πεζογραφία όσο και, ίσως ακόμη περισσότερο, στην ποίησή του. Αμέτρητες παραμορφώσεις, εμπλοκή με ριψοκίνδυνες εννοιολογικές ενσωματώσεις. Σε όλα του σχεδόν τα βιβλία ο Κέρουακ απασχολήθηκε με τη μοναδικότητα που κρυβόταν πίσω από το ύφος και την πρωτοτυπία, εν ολίγοις πίσω από τις, λεγόμενες, προοδευτικές αμφισβητήσεις της εποχής του.
Ο Τζακ Κέρουακ, ως ποιητής και πεζογράφος μιας αποκάλυψης που ανέκυψε από τις πολιτισμικές κατακόμβες, εκδήλωσε μία σειρά από οντολογικές ιδιότητες της αισθητικής και κοινωνικής εμπειρίας, τον φιλοσοφικό στοχασμό της καθημερινής ζωής, όταν αυτή όδευε στην απώλεια πιθανότητας ενός εναλλακτικού μέλλοντος, όταν η ζωή έδειξε να ενσωματώνεται άρρηκτα στην απάτη και τη μίμηση. Όλα αυτά τα γνωρίσματα χρειάζονται μιαν ιδιαίτερη μεταχείριση ούτως ώστε να ξαναγραφτούν στην ελληνική και να καταφέρουν να αποδοθούν, να μην καταλήξουν απονευρωμένες προτάσεις οι οποίες θα φέρουν στο εξής ένα μικρό ποσοστό της αξίας που διαθέτει το πρωτότυπο κείμενο.
Ο Τζακ Κέρουακ, εφόσον αναφερόμαστε στη λογοτεχνία με την απορρόφηση της ακριβολογίας του όρου, μας παρέδωσε ένα είδος γραφής πολύ πιο εξελιγμένο από τις επίσημες προηγμένες τεχνοτροπίες που καταγράφηκαν αργότερα από την εποχή του ως διακριτές μεταβολές στη νεότερη ποίηση και πεζογραφία.
Ο Τζακ Κέρουακ, εφόσον αναφερόμαστε στη λογοτεχνία με την απορρόφηση της ακριβολογίας του όρου, μας παρέδωσε ένα είδος γραφής πολύ πιο εξελιγμένο από τις επίσημες προηγμένες τεχνοτροπίες που καταγράφηκαν αργότερα από την εποχή του ως διακριτές μεταβολές στη νεότερη ποίηση και πεζογραφία.
Ετερο-αναφορικός σχεδόν σε κάθε περιγραφή, σε κάθε επίκληση, ο Κέρουακ εξέτρεπε τη γραφή σε μία υπαρκτική όσο και πνευματική αποτύπωση, πολλές φορές κάνοντας τον αναγνώστη να πιστέψει πως καμία από τις δύο αυτές διαστάσεις δεν εκτυλίσσεται. Αυτή η λογοτεχνική «συμπαιγνία» μεταξύ κειμένου και λογοτέχνη, που πλέον συναντάται πολύ σπάνια, ακριβώς την στιγμή που επικεντρωνόταν στο «ίχνος», στην πραγματικότητα το εξαφάνιζε, ως συντονισμό, ως δεδομένο· αυτή η πράξη όμως συνέθετε τον μηχανισμό ενός άξονα με το κέντρο του: ο αναγνώστης ωθείτο σε απομάκρυνση από την, αναγκαστικά περιγραφική, ερμηνεία των γεγονότων, ώστε να καταπιαστεί με την ερμηνεία του περιεχομένου, το οποίο ήταν πάντοτε συναρπάζον.
Η αγάπη προς τον λογοτέχνη όχι μόνο δεν είναι αρκετή, αλλά ορισμένες φορές μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστα αποτελέσματα. Ο μεταφραστής πριν και πάνω απ’ όλα, έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης. Οι άξονες για μία καλή μετάφραση είναι δύο: η ανοχή απέναντι στο έργο και η δημιουργική σύγκρουση του μεταφραστή που γεννά αυτή η ανοχή. Τίποτε άλλο.
Η μετάφραση των έργων του Κέρουακ, όπως κάθε μετάφραση, δεν μπορεί να αποτελέσει οργανική, επιμελή εργασία, εάν ο μεταφραστής δεν κινηθεί με γνώμονα την υποχρέωση απέναντι στο έργο, και όχι το δικαίωμα – ακριβώς όπως γίνεται και με την ποίηση. Όταν μεταφράζω εξακολουθώ να λειτουργώ ως ποιητής. Η ποιητική ιδιότητα έχω την εντύπωση πως καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το μεταφραστικό έργο. Αυτές οι δύο όψεις αλληλοεξοντώνονται· η προσέγγιση του έργου δεν είναι προσωπιδοφόρος, δεν υφίστανται φαντασιώσεις «διασύνδεσης» του μεταφραστή, με την επιφάνεια και τον πυθμένα του έργου, μα και με τον ίδιο τον συγγραφέα. Η αγάπη προς τον λογοτέχνη όχι μόνο δεν είναι αρκετή, αλλά ορισμένες φορές μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστα αποτελέσματα. Ο μεταφραστής πριν και πάνω απ’ όλα, έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης. Οι άξονες για μια καλή μετάφραση είναι δύο: η ανοχή απέναντι στο έργο και η δημιουργική σύγκρουση του μεταφραστή που γεννά αυτή η ανοχή. Τίποτε άλλο.

Έως σήμερα έχω μεταφράσει έντεκα τίτλους του συγγραφέα [Ρεμπό και 18 Χάικου (Κουκούτσι 2015), Οράματα του Κόντυ (Ηριδανός 2015), Μπιτ Γενιά [θεατρικό] (Ηριδανός 2011), Ορφέας Ανέδυσε (Ηριδανός 2009), Τριστέσσα (Ηριδανός 2009), Mexico City Blues (Ηριδανός 2009), Πικ (Απόπειρα 2008), Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας (Απόπειρα 2009), Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ο γυρισμός του ταξιδευτή (Απόπειρα 2007), Γραφές της αιωνιότητας (Απόπειρα 2006)] και τον έχω συμπεριλάβει σε τρεις πολυσυλλεκτικούς τόμους [Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς / Στοιχεία για την Beat Generation (Κέδρος 2011), Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007), Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003)]. Πέραν των παραπάνω, κείμενα του Τζακ Κέρουακ θα περιλαμβάνονται στον τρίτο και τελευταίο συγκεντρωτικό τόμο για την μπιτ λογοτεχνία, με τίτλο Beat Ανάλεκτα ο οποίος θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κουκούτσι. Επίσης, ένα δικό μου έργο δοκιμιακού χαρακτήρα, με τίτλο Τζακ Κέρουακ, μια μονογραφία, θα εκδοθεί τον Οκτώβριο του 2016 από τις εκδόσεις Απόπειρα.

08/07/16

Το αέναο κάλεσμα του Τζακ Κέρουακ

http://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/jack-kerouac








Γιάννης Λειβαδάς:
Το αέναο κάλεσμα του Τζακ Κέρουακ

Τα έργα του Τζακ Κέρουακ αποτέλεσαν εύχυμο κλάδο της αμερικανικής λογοτεχνικής παράδοσης*, η οποία με λογοτέχνες του δικού του διαμετρήματος κατάφερε να αποφύγει την καθίζηση στo έλος της διανοητικής, εκφραστικής, εκζήτησης. Ως εκ τούτου τα κείμενα του Κέρουακ δεν αποτέλεσαν σκιώδες και ανούσιο περιστατικό που απλώς εξόπλισαν το ώριμο αμερικανικό «άντεργκραουντ» – το οποίο αποσαρθρώθηκε με πιο δραματική ένταση από εκείνη με την οποία είχε συγκροτηθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο Τζακ Κέρουακ ήταν και παραμένει ένας μοναδικός, μεταιχμιακός, λογοτέχνης.     
Με το πέρας αμέτρητων ουσιωδών όσο και ανούσιων τριβών, η λογοτεχνία των μπιτ χαρακτηρίζεται πλέον ως το πιο βαρυσήμαντο λογοτεχνικό φαινόμενο των αμερικανικών γραμμάτων του εικοστού αιώνα, έχοντας την τελευταία περίοδο επισκιάσει εξίσου τη Χαμένη Γενιά και το πολυεδρικό ρεύμα του αμερικανικού μεταμοντερνισμού. Κατά πόσο ετούτη η διάκριση ήταν εμποτισμένη σε μία, κακώς εννοούμενη, αντίδραση, ή σε ποιον βαθμό η ίδια αυτή διάκριση ήταν αμιγώς μεταμοντερνιστική, είναι κάτι που χρειάζεται επιπλέον χρόνο για να διερευνηθεί. Η επιρροή του Τζακ Κέρουακ, όμως, σ’ αυτό που ονομάζεται μπιτ λογοτεχνία μα και μεταμοντερνισμός ήταν  παραπάνω από θεμελιώδης, ήταν ολοκληρωματική. Ωριμαντική.
Ο Κέρουακ προσπέρασε με συνοπτικές διαδικασίες τη βραδύτητα των διιστάμενων επιδιώξεων, την εκδηλωτική βραχυκύκλωση της περιόδου την οποία διερχόταν η αμερικανική κουλτούρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, προσφέροντας την πιο απροκάλυπτη και αποκαλυπτική λογοτεχνική γλώσσα από την εποχή του Ουόλτ Ουίτμαν.     
Στην Ελλάδα παρότι τα τελευταία χρόνια οι εκδόσεις μεταφράσεων των έργων του έχουν πυκνώσει, διαφαίνεται πως αυτός ο οργασμός μάλλον δύσκολα θα συνεχιστεί. Διότι όσα και αν κερδίζονται από την προσφορά των βιβλίων, άλλα τόσα χάνονται από τις επάλληλες, ιδεολογικές και αισθητικές κηδεμονίες, τις οποίες προσπαθούν ορισμένοι αυτόκλητοι μέντορες να επιβάλλουν, με δεδομένο πως αντί να εντρυφούν στο λογοτεχνικό αντικείμενο, εντρυφούν σε ιδιωτικές σκοπιμότητες. Ο διόλου μικρός όγκος «ειδικών κειμένων» για τον Τζακ Κέρουακ που έχουν δημοσιευθεί, έχουν δημιουργήσει μία στρεβλωτική, ατεκμηρίωτη βάση δεδομένων, η οποία ζημιώνει τους ένθερμους αναγνώστες μα και τα πρωτότυπα κείμενα. 
Οι μπιτ είναι αλήθεια πως ώθησαν την ποίηση στο «πεζοδρόμιο», την εποχή που το πεζοδρόμιο προσδιόριζε το μοναδικό ίσως εναπομείναν πεδίο που διατηρούσε μια σχετική αυτονομία. Σήμερα το «πεζοδρόμιο» είναι κατειλημμένο από τους ακόλουθους της επικρατούσας μόδας του πεζοδρομίου, οι οποίοι, διόλου τυχαία, προβαίνουν στις πιο έντονες κειμενικές κακοποιήσεις και δηλωτικές διαστροφές της λογοτεχνικής ιστορίας.
Οι διαδοχικές εκδόσεις των μέχρι προσφάτως ανέκδοτων έργων του Κέρουακ οι οποίες λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ, άλλοτε φέρνοντας στο προσκήνιο σημαντικά και άλλοτε όχι τόσο σημαντικά του κείμενα, συμπληρώθηκαν από την κυκλοφορία του τόμου που φέρει τον τίτλο «La vie est d’hommage», από τον καναδικό εκδοτικό οίκο Boréal (2016), ο οποίος περιέχει άγνωστα για το αναγνωστικό κοινό έργα, τα οποία ο Κέρουακ είχε γράψει στη γαλλική η οποία ήταν η μητρική του γλώσσα. Τα έργα αυτά προήλθαν από το άνοιγμα του κερουακικού αρχείου, το οποίο ήταν μοιρασμένο στη συλλογή χειρογράφων των Χένρι και Άλμπερτ Μπεργκ, και της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Η άδεια για την εκμετάλλευσή τους δόθηκε το 2006 και έκτοτε μία σειρά από ειδικευμένους μελετητές και μεταφραστές ασχολούνται επισταμένως με την τακτοποίηση και την έκδοσή τους. Την επιμέλεια του «La vie est d’hommage» ανέλαβε και έφερε επιτυχημένα εις πέρας ο καθηγητής λογοτεχνίας του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ.
Το πρώτο μέρος του τόμου αποτελείται από έργα μυθοπλασίας, μεταξύ των οποίων δύο μικρές νουβέλες, το «La Nuit est ma femme» το οποίο ο Κέρουακ έγραψε λίγο πριν καταπιαστεί με τη συγγραφή του «Στον Δρόμο» και το «Sur Le chemin» που έγραψε έναν χρόνο αργότερα, το 1952. Πέραν αυτών, ορισμένα μέρη του έργου «Μάγκι Κάσιντι» και του «Σατόρι στο Παρίσι» γραμμένα επίσης στα γαλλικά. Στο δεύτερο μέρος συγκεντρώθηκαν μικρότερα μη-λογοτεχνικά κείμενα, επιστολές, σημειώσεις και σχόλια.
Με αφορμή αυτήν την κυκλοφορία, ετοιμάζεται στις ΗΠΑ και η αμερικανική έκδοση του εν λόγω τόμου, με τον τίτλο «The Unknown Kerouac: Unpublished, Rare & Newly Translated  Writings», από τις εκδόσεις Library of America, τον οποίο επιμελήθηκαν από κοινού, ως μεταφραστής ο Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ και ως γενικός υπεύθυνος ο  Τοντ Τίτσεν.
Ας ελπίσουμε πως εάν αυτά τα έργα προωθηθούν για έκδοση στην Ελλάδα, θα μεταφραστούν από ανθρώπους ικανούς να προσεγγίσουν την κερουακική γλώσσα και να αποτιμήσουν την ιδιότυπη δομή τους.   
Τα κείμενα αυτά αποκαλύπτουν τη λατρεία του συγγραφέα για την προφορικότητα και την πολυφωνία οι οποίες είχαν εκδηλωθεί από τότε έντονα, καθώς και την επιρροή της ποιητικής της τζαζ, η οποία είχε αφήσει από πολύ νωρίς το ανεξίτηλο σημάδι της μέσα του. Εκ παραλλήλου, από τις ιδιαίτερα εύστοχες τοποθετήσεις του Κλουτιέ αντιλαμβάνεται κανείς πως εκείνη η ανατρεπτική τάση του Κέρουακ να αναστατώσει τις παραδοσιακές δομές και τις αφηγηματικές φόρμες της αμερικανικής πεζογραφίας έχουν τις ρίζες τους στην γαλλο-καναδική κουλτούρα.
Η ιδέα του Τζακ Κέρουακ πως ο γλωσσικός αυθορμητισμός θα οδηγούσε κάποια στιγμή σε μία «υπέρτατη πραγματικότητα» της έκφρασης, όχι μόνο έπιασε τόπο αλλά αναθεώρησε συθέμελα τον ορισμό και τις δυνατότητες της μεταπολεμικής αμερικανικής λογοτεχνίας, μα και της ευρωπαϊκής συνάμα. Αυτό συνέβη πρωτίστως με τα κορυφαία του έργα «Οράματα του Κόντυ» και «Μέξικο Σίτι Μπλουζ», τα οποία ξεχώρισαν έντονα από τα υπόλοιπα και ήταν εκείνα που τον κατέστησαν περίβλεπτο νεωτεριστή.
Ενόσω οι υπόλοιποι μπιτ σκιαγραφούσαν όλα εκείνα με τα οποία δεν ήθελαν να έρθουν αντιμέτωποι οι επιμελητές κειμένων και οι βιβλιοκριτικοί, αλλά εξύψωναν τις πτυχές που δελέαζαν τους ψυχαναλυτές και τους γλωσσολόγους, ο Κέρουακ αποδείχθηκε ο πιο μελαγχολικός και αναλυτικός απεικονιστής της εποχής του, και επιπλέον ο πιο πρωτοποριακός από τους υπόλοιπους: «Δεν είχα να προσφέρω σε κανέναν τίποτα πέρα από τη δική μου σύγχυση».
Η σύγχυση αυτή ήταν, σε επίπεδο περιεχομένου, τόσο διεισδυτική και σπασμωδική που απεκάθαρε την ορμητική εισροή της νέας λογοτεχνίας από τις συνέπειες του ιδεολογικού και αισθητικού  ηθικισμού, μολονότι κι οι δυο κατάφεραν να επιστρέψουν ξανά στην παγκόσμια λογοτεχνία, καθιστώντας το μεγαλύτερο κομμάτι της,  περιπτωσιακή και ανόργανη εξωτερίκευση.
~
Ο συγγραφέας ευχαριστεί θερμά τον Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ για την παροχή απαραίτητων πληροφοριών και την πολύτιμη επικοινωνία-συνεργασία, μαζί του. Περαιτέρω εισαγωγικές και ερμηνευτικές πληροφορίες για τη ζωή και τα έργο του Τζακ Κέρουακ θα δημοσιευθούν στην εργασία του υποφαινόμενου με τίτλο «Τζακ Κέρουακ, μία μονογραφία», η οποία θα συνοδεύεται από επίμετρο του Τόνι Σάμπας, εκτελεστή της συγκληρονομίας του Τζακ Κέρουακ, γραμμένο ειδικά για την εν λόγω έκδοση. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2016 από τις εκδόσεις Απόπειρα.


Παρίσι, Μάιος 2016


______________
Σημ. τ. σ.:  Η παράδοση ως ακολουθία του παραδίδειν και όχι του παραλαμβάνειν (βλ. «Ανάπτυγμα», Δοκίμια και σημειώματα ποίησης, Κουκούτσι 2015).






28/06/16

The sardonic pilgrimage of Jack Kerouac / La vie est d’hommage (Boréal 2016)




Yannis Livadas:
The sardonic pilgrimage of Jack Kerouac

The works of Jack Kerouac constitute a rich branch of the American literary tradition, which through the craftiness of such important writers, like Kerouac himself, managed to escape the subsidence in the swamp of intellectual, expressional, pompousness. Ergo, Jack Kerouac’s books do not amount to a shadowy and somehow pointless incident that merely supported the matured American “underground”; which had worn away with a more dramatic intensity than the one through which it was constructed in late ‘50s. Jack Kerouac was a unique experimentalist, a writer on the verge, and he is increasingly recognized as one among the very best in the century.
After the termination of countless, equally essential and meaningless, frictions of modern and postmodern literature; the works of the Beat writers are nowadays widely considered as the most influential phenomenon of the twentieth century, overshadowing the Lost Generation and that versatile stream of American postmodernism. Whether this distinction is infused into one broader misconceived idea of literary backlash, or to what extent this same distinction is purely a postmodern one, is something that would require an extra period of intense investigation in order to be conclusive. The influence and the uniqueness of Jack Kerouac, however, in what is called Beat and postmodern literature is undoubtedly fundamental, integral.
Jack Kerouac overtook with summary yet confident procedures the myopic nature of the discordant aesthetic aspirations, the extensive  imbroglio that American culture was burrowing through in the ‘40s, the ‘50s and, mainly, the ‘60s, providing the most expansive and transparent literary language since Walt Whitman.
To the many previously unpublished works of Jack Kerouac appearing lately in consecutive editions—with admittedly uneven importance—is now added the excellent La vie est d’hommage (Boréal 2016). This new volume gathers the original French writings of Jack Kerouac. Kerouac readers already knew of his fondness for peppering his novels with French sentences, the patois of his French-Canadian family in New England, but since the opening of the Kerouac Archive in 2006, part of the Henry W. and Albert A. Berg Collection of English and American Literature of the New York Public Library, we are now aware that Kerouac had also composed and filed away many French texts. Only now had authorization been given to publish the whole in their original, experimental form.
With the blessing of the Kerouac Estate, Jean-Christophe Cloutier, professor of literature at the University of Pennsylvania, has transcribed, reconstructed, and gathered these texts directly from the manuscripts. In order to present these French texts in their entirety, this book was thus took several years in the making. As Jean-Christophe Cloutier explains in his introduction, “Les Travaux de Jean-Louis Kérouac,” the French texts are greater in number and size than had been previously believed. Kerouac toiled over and revised these texts, yet never showed them to anyone during his lifetime. They also share an essential bond with Kerouac’s published works in English, shedding new light on his creative process by demonstrating the central role French played in his Kerouac’s poetics. As a whole, this volume reveals to readers new adventures in the Duluoz Legend, and underscore the extraordinary refinement Kerouac had when he wrote in his mother tongue, the language he used to give voice to the truth behind his status as the uprooted son of Québécois immigrants ensnared by the assimilative forces of the United States. At the same time, coming to English via French, jazz, and the greater polyphony of the continent, gave Kerouac the secret freedom to undertake one of the most significant revolutions in postwar American letters. Being influentially aware of the creative spirit and the significance of these texts, Jean-Christophe Cloutier took care to provide us with such a valuable gift.
The volume contains sixteen texts. The first part of which consists of works of fiction, including two novellas and many short stories including “On the Road écrit en français” (On the Road written in French). The second part gathers short pieces of non-fiction including letters, notes, and commentaries—notably one on Louis-Ferdinand Céline written in impeccable standard French.
Later this year, a new American volume of previously unpublished works by Kerouac will be released by the Library of America entitled The Unknown Kerouac: Unpublished, Rare & Newly Translated Writings. Among other long sought-after texts like Memory Babe and Kerouac’s 1951 Journal, the volume will include English translations of the two French novellas, La nuit est ma femme [The Night is My Woman], and Sur le chemin [On the Road: Old Bull in the Bowery]. Enjoying a much wider release around the world than the French-language book (alas, limited to Canada), The Unknown Kerouac is edited by Todd Tietchen—who had previously edited Kerouac’s The Haunted Life and the Library of America volume gathering Visions of Cody, Visions of Gerard, and Big Sur—and the translations are by Jean-Christophe Cloutier.
Jack Kerouac was without doubt one of the most melancholic and analytical observer of his time; and one of the most innovative. He was also one of the very few writers who purified the ardent wave of new literature from the consequences of the ideological and aesthetic moralism; although nowadays both have been resurrected into world literature, more or less transforming it into a coincidental and inorganic externalization.
Kerouac did not think, nor wrote, in a positive way; and above all he was not, in contradiction to most of the writers of his time, so ignorant as to believe that reality was merely an affordable ambit in which we gain access to leave the relics of our common pain. Moreover, Kerouac did not write a single book in which he didn’t undermine the fullness and completion of the modern living conditions and thought.
After all, what is left for us to achieve, through the ecstatic and unparalleled literary saga of Jack Kerouac, is “the unspeakable visions of the individual”.


Paris, June 2016

Αρχειοθήκη ιστολογίου