«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή [Book Press 21-03-2019]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/poihsi-i-alytroti-katagogi-leivadas



















Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία.  
Η ιεροφορία αυτή, εμφανίζεται ανεπίγνωστα ή όχι, κατά κόρον στα έργα όσων πραγματεύονται τα πορίσματα των προσεγγίσεών τους καλυμμένοι από την προστατευτική τήβεννο μιας «ανιερότητας». Η ακατασχετολογία δεν ακμάζει μόνο στους κόλπους του λεγόμενου ορθού λόγου, μα και στους οχετούς της εκλεκτής ουσιολογίας.
Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας, δίνοντας μία δυνατότητα αντιπαραθετικής μελέτης με βάση σύστοιχα ή προκλητά ζητήματα που εμπίπτουν στην κριτική της ποίησης ή, έστω, σε μία αναγκαία ανάθεση ερμηνευτικού καθήκοντος, με σκοπό να ληφθούν διαστάσεις που θα διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στη γνώριμη «ποιητική πραγματικότητα», ήτοι στη φαντασία των υπόλογων για τις όποιες αναθέσεις και εξουσιοδοτήσεις. Εν ολίγοις, το να είναι κανείς ποιητής μπορεί και να αποτελεί διάπραξη εγκλήματος ενάντια στην ποίηση.
Λες και δεν υπάρχει πόνος και κοροϊδία, κάθε τόσο η ανθρωπότητα φορτώνεται και τους εκβιαστές αυτών των δυο. Και μόνο η σκέψη πως δεν υφίστανται ενιαία αισθητικά σύνολα, αδιάσπαστα τεκμήρια στον κόσμο της ανθρώπινης διάνοιας, τα οποία βρίσκονται σε ατελή αναμονή εντοπισμού των χαμένων συμπληρωμάτων τους, αρκεί για να ανακατανέμονται αδιάλειπτα οι ερμηνείες που τρέφουν τη λεγόμενη πολιτισμική μήτρα.
Μεγάλο μέρος των καταδεικτικότερων επισκέψεων στην επικράτεια των ποιητικών προσφορών, αποδεικνύουν πως η  διαπραγματευτικότητα της ποίησης προσφέρεται αφειδώς ως λεία∙ ακόμη και όταν αυτή καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από την επιπόλαιη σκοτεινιά, από τον αυτοκαταναγκασμό των ποιητών να αφήσουν πίσω τους ένα έργο για το οποίο δεν θα υπάρχει τρόπος να μην εκτιμηθεί τουλάχιστον ως ποιητικό διάρπαγμα από τα άδεικτα της αλήθειας.
Το πως η ποίηση κάθε φορά που ανεβαίνει ένα σκαλί προς το αληθινό, υποχρεώνει το πρώτο της βασικό σκαλί σε περαιτέρω καθίζηση, είναι κάτι το οποίο ελάχιστοι παραδέχονται: όσοι ανήκουν, κατά το έργο τους και όχι κατά τον βαθμό της αναγνώρισής τους, στη γενεά των μοναδικών.
Ακριβώς όπως σ’ αυτόν τον κόσμο οι διαμαρτυρόμενοι πλεονάζουν ενώ οι εφαρμοστές λείπουν∙ σ’ αυτό που ευρύτερα ονομάζεται  ποίηση, καμιά αποκάλυψη δεν είναι δυνατή εφόσον δεν έχει γεννηθεί από την απόρριψη των προηγηθέντων κατεστημένων της πόρων. Από την κατάσταση λοιπόν, ουδείς δραπετεύει, μα ακόμη και αν η απόδραση ήτο εφικτή θα ήταν γελοιώδης, πού αλλού μπορεί να βρεθεί κανείς;∙ το ζήτημα, το αυτό, είναι η κατάργηση του υπάρχοντος, ουδόλως η αποφυγή. Κάθε νέα αποκόμιση, δηλαδή, είναι κι ένας επικήδειος πρότερων θέσεων ή πεποιθήσεων∙ η διαύγεια επιτυγχάνεται όταν διακινδυνεύεται η ισορροπία: μετά το δυσχερέστερο του μηδενός η σκέψη και η γλώσσα φαίνεται, σύμφωνα με τα κυκλοφορούνται έργα,  πως δεν λειτουργούν ως παραστάτες της ποίησης μα ως νεκροθάφτες της αλήθειας.
Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής; Τα δεδομένα μας είναι μονίμως ξεπερασμένα, η απελπισία δεν είναι λιγότερο μάταιη από τα αντίθετά της∙ το απόλυτο χαραμίζεται καθώς απορρίπτει κάθε απόπειρα εκμαίευσης νοήματος από τη μοίρα μας.
Ο άνθρωπος κατανοεί την ατομικότητα μέσω αντίστιξης με την καθολικότητα ενός ορισμού, ο οποίος είναι λογικά καταστροφικός: ο εγκωμιασμός της ομορφιάς είναι ή άρνηση του θανάτου, η πραγματικότητα του πνεύματος διέπεται από αναλήθειες. Ο άνθρωπος ατυχής, η μοίρα του επιτυχημένη ως θλιβερή πορεία στην οποία αποδίδεται μονάχα η δική του αγωνία. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας είναι τρομερή μα δεν παύει να είναι ξεκαρδιστική.
Η παραμικρή απόξεση της επιφάνειας του κενού το οποίο τον καθρεφτίζει, επιδεινώνει την κατάστασή του ενώ ταυτόχρονα ευεργετεί τον αιώνιο εξορισμό του μέσα σ’ αυτό. Επομένως δεν υφίσταται άλλη εκπλήρωση εκτός από εκείνη του θανάτου, στον οποίο κορυφώνεται το νόημα της ερμηνείας του είναι. Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.
Ο άνθρωπος αποκτά ευπρέπεια μόνο σαν αναγνωρίσει την εξουσία και την υπεροχή του παραλόγου της φύσης που τον διέπει, το οποίο συχνά επικαλείται ψευδώς ώστε να συνεχίσει την τρομακτική του πορεία προς την τελείωση της γελοιότητάς του, κάτωθεν του ακατάληπτου νοήματος του οποίου η προσπάθεια σύλληψης αποτελεί το μέγιστο όμως τραγελαφικό επίτευγμά του.
Η ύπαρξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής διαστροφής∙ η γέννηση προϋποθέτει τον θάνατο και ο θάνατος προϋποθέτει την ανθρώπινη κατάσταση – εντούτοις μπορεί κανείς απλά να γυρίζει πλευρό έως ότου ξυπνήσει. Το αφηρημένο παράλογο αναστρέφεται και παραιτείται για να αναλάβει το συγκεκριμένο παράλογο, με το συγκεκριμένο να αναστρέφεται και να παραιτείται με τη σειρά του, σε μία αλυσιδωτή μεταβίβαση νοήματος δίχως νόημα. Δεν αρκεί όμως να παίζει κανείς επικινδύνως με τις λέξεις, δεν αρκεί να ανακατεύεται με τις λέξεις, δεν αρκεί να μην ανακατεύει τις λέξεις σ’ αυτό το τραγικό ξέσπασμα διαπιστώσεων που αρκούν μόνο ως την επόμενη συντριβή: με κάθε διανοητική επιζήτηση ο υπαρκτικός πόνος αναζωογονείται.
Η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι παρά μία διαρκής μέθη από το κρασί της υπέρτατης παλινωδίας. Η ανθρωπότητα απλώς οφείλει να παραμένει υπό την επήρεια αυτής της μέθης. Για κάθε απόπειρα απαλλαγής θα απαιτείτο μία εκκίνηση η οποία μοιάζει αφύσικο να πραγματοποιηθεί.
Στην ποίηση τα πάντα αποτελούν είδη υπό εξαφάνιση, τα πάντα εδράζονται μακριά από το πνεύμα των κοινωνιών, παρότι η ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιρροή της καταλήγει σε αυτές και αμβλύνεται, μέσα σε λοιπές πολιτισμικές και πολιτικές συνδιαμορφώσεις, ώστε να φανεί «χρήσιμη».
Ο κοινωνικός κοπαδισμός έχει καταστήσει την ενοχή του κίνητρο της ελευθερίας του: κυρίευση από ανάγκη αναπήδησης, στιγμιαίας ατένισης καθοδόν προς το εξαγνισμένο νεκροταφείο. Πρόκειται για μία  συνέπεια, λοιπόν, η οποία καθιστά τη ζωή ανεκτή γι’ αυτό που δεν είναι, διότι μια άλλη συνέπεια ενέχει τον κίνδυνο να την καταστήσει ανυπόφορη γι’ αυτό που είναι.
Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη: έχει πάρει το μάθημά του∙ μετά την υπεξαίρεση θα νιώσει πραγματικά τι σημαίνει συμπαντική τρομοκρατία, τι σημαίνει πλήρης αναστολή των όρων με τους οποίους βιώνει το πως είναι διανοητικά ζωντανός.
H ευθύνη της ύπαρξης καταλήγει στον άνθρωπο εφόσον έχει μιανθεί από το καλωσόρισμα στη σύμβαση και την υποταγή. Η καταστροφή μας έχει επιτελεστεί με τη γέννηση και η κατάλυσή μας ολοκληρώνεται με μια δυνατότητα άποψης ή κρίσης. Εάν η παρεκτροπή της ύπαρξης είναι ανώφελη, τότε κάθε πίστη εκτός από αποτυχημένη είναι και άδικη. Ο άνθρωπος υποβάλλεται ακόμη και όταν προσπαθεί να επινοήσει τη διέγερσή του μέσα από την αλλοίωση, ακόμη και όταν αλλοιώνεται από τις εκλάμψεις του: ελευθερώνεται μόνο σαν παραιτείται από την ελευθερία του όχι για να παραιτηθεί μα για να αποκαταστήσει το περιεχόμενό της.
Η ποίηση δεν υπερβαίνει απλώς τον χρόνο στον οποίο εμφανίζεται μα και το διανοητικό περιεχόμενο που τη δημιούργησε. Η ουσία της επιστρέφει αντανακλώμενη από τις κενότητες του μέλλοντος που προκαλεί. Το προκλητό της μέλλον, απόδειξη της διάρκειας του θανάτου της, δεν είναι το μέλλον όσων γράφουν «στίχους» ή άλλων, εκείνη η νοσηρή αίσθηση συνέχειας, δηλαδή, η οποία μπορεί να είναι παραγγελμένη, συνταγογραφημένη, όμως δεν είναι αληθινή. Ας εξηγήσω το γιατί.
Η ποίηση, δεν παίζει ρόλο, δεν πραγματοποιεί κάποια νοηματοδότηση, αντιθέτως, προσκομίζει κενότητα στο υπάρχον κενό. Κι αυτό όχι από ανάγκη, από αισθητικό ή πνευματικό εξαναγκασμό, μα επειδή, όντας ποίηση, απολύει το περιεχόμενο από το οποίο διαπνεόταν  ώστε να αποκτήσει εκ νέου περιεχόμενο. Υπ’ αυτούς τους όρους σήμερα η ποίηση είναι μία δυσεύρετη τέχνη η οποία όσο εξελίσσεται τόσο προκαλεί μια αγωγιμότητα προς τους αποδέκτες της η οποία, μέχρι να αναγνωριστεί η σημασία της, βιώνεται ως εξαιρετικά δυσχερής. Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.
Η ποίηση αναμοσχεύεται, διαφοροποιείται, δίχως σταματημό∙ ώστε να γλιτώνει από τις καθηλωτικές, δηλαδή γαληνευτικές, επιδράσεις που γεννά η εξέλιξή της. Αυτό το γλίτωμα φέρνει περισσότερο σε θανατικό παιχνίδι παρά σε διαφυγή από την κατάστασή της∙ και είναι όντως παιχνίδι, ένα παιχνίδι που αρνείται τη διαφυγή καθώς και τα βδελυρά της οφέλη. Αυτό το επισημαίνω εκτός του αισθητικού σχετικισμού, στον οποίο συμπλέουν, ως επί το πλείστον, οι τυπωμένες σελίδες με τους ανθρώπους που γράφουν στίχους, καθώς και οι τυπωμένες σελίδες με εκείνους που τις ξεφυλλίζουν∙ όσα συμβαίνουν στο πεδίο αυτό συμβαίνουν αποκλειστικά σε αυτό. Αναφέρω την προηγούμενη φράση για να δηλωθεί κατά τρόπο ξεκάθαρο πως η περάτωση μίας ποίησης είναι παντελώς αδύνατη καθώς δεν μπορεί να είναι υπαγορεύσιμη, από κάποιο ποιητικό πνεύμα, ούτε να είναι τελειωμένη ως ποιητική τοποθέτηση η οποία ξεπερνά προσωρινά, στιγμιαία, ή έστω περιοδικά, μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα που σφύζει από ηθικά ή και πνευματικά διδάγματα. Κάτι τέτοιο αφορά την ποίηση με την ευρεία της, κωμικο-γλαφυρή χρηστικότητα.
Η ποίηση όσο λιγότερο διαρθρώνεται από τις ιδιότητες κάποιας  ταυτότητας, από πολώσεις και διχοστασίες, τόσο πιο σημαντική είναι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οποίος είναι καθόλα εμπειρικός, αποκτά τα εχέγγυα για να προσεγγίζει το σφάλμα που την αποκαλύπτει ως ποίηση, το οποίο ταυτοχρόνως εκθέτει την κενοδοξία των λογοτεχνικών προνοήσεων που απαιτούν να την καταστήσουν εκδοχή της κοινωνικής παρακμής.
Από τις πρώτες απόπειρες κατατοπιστικής παρουσίασης της οργανικής αντιμετάθεσης, αποσαφήνισα πως η γραπτή και η τυπωμένη ποίηση αποτελούν μία δευτερεύουσα και μία τριτεύουσα, αντιστοίχως,  ολοκλήρωση. Η ποίηση δημιουργείται και δημιουργεί πριν και άνωθεν αυτών των δύο ολοκληρώσεων, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες και αποκαλυπτικές, υφίστανται όμως αλλιώς: δεν διαθέτουν σημείο και όρους επανεκκίνησης όπως η ποίηση∙ μπορεί να μην έχουν παρέλθει, όμως έχουν προέλθει ανεπιστρεπτί.  
Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια∙ αυτό είναι ήδη επισημασμένο σε προηγούμενα δοκίμια, μα εδώ γίνεται ενδεικτικό ενός επιπλέον νοήματος. Η εν λόγω αντιμετάθεση είναι οργανική διότι πρωτίστως αφορά το ποιητικό όργανο, τον ποιητή και όχι τα οργανικά συστατικά που συνθέτουν τη γραφή της. 
Η οργανική αντιμετάθεση αποτελεί εξέλιξη της ποίησης, πρόκειται για  νέα γέννηση στον χώρο της ποιητικής τέχνης, για γέννηση ανολοκλήρωτη. Διέπεται από επόμενες γραφές, παρατηρήσεις και επιδόσεις. Η οργανική αντιμετάθεση είναι αντιφατική και ανακόλουθη προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, και μόνο ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο εξαπάτησης. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αφετέρου.
Η αλήθεια δεν υποθάλπεται τόσο εύκολα όσο ο τρόμος της αλήθειας. Η ακυρολεξία προέρχεται από την ακυροπραξία∙ δεν είναι λίγα τα πτώματα που επιδίδονται σε μεγάλες καριέρες, μήτε λίγοι οι ζωντανοί που ο άθλος τους δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία δημοφιλή έμπνευση.   
Η επικράτεια της ποίησης, εάν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι ως επί το πλείστον μία επικράτεια κενοστεφούς σύνθλιψης, έως ότου διακρίνει κανείς πως η μοναξιά της είναι αφόρητα ειλικρινής.   


Παρίσι, Φεβρουάριος 2019

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση [Book Press 12/01/2019]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas



Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση

Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση.
Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.  
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.
Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.
Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι  επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής  ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.
Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.
Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».  
Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης  ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι  εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.
Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.  
Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή  όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.
Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις  προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».  
Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.
Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.
Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.
Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη  μόνο όταν  οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.
Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν  επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.
Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.   
Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.
Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.   
Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.
Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας  ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.


Παρίσι
Ιανουάριος 2019



Αρχειοθήκη ιστολογίου

.