«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΓιάννηςΛειβαδάς: Η αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι [Book Press 2/6/19]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/autognosiaki-apoksenosi-yannis-livadas




















Στην ποίηση υπάρχουν μόνο προλεγόμενα. Σημειώνω σε χρόνο κατά τον οποίο συμβάλλω, σε χρόνο κατά τον οποίο η μεταβατικότητα  διανύει την απώλεια της υπόστασής της, την απόκτηση νέας υπόστασης και την απώλειά της∙ πως η ποίηση ως γλώσσα εμφορείται από ολότητα: δημιουργείται εκτός μνήμης και απόβλεψης. Το ποίημα βρίσκεται ταυτοχρόνως σε διαρκή απορρόφηση και διαρκή διάχυση. Η ποίηση, δηλαδή, δεν εμπίπτει, εάν εμπίπτει είναι αναμφισβήτητα κάτι δημιουργικά αλλά και ερμηνευτικά, εμμενές.
Επίρρωση της ποιητικής βασιμότητας δεν είναι παρά η διαφώτιση  ενός προσήλυτου. Το χάσμα μεταξύ προσήλυτου και υπερβατικού εκτείνεται, τουλάχιστον, από την αποσύνθεση ως την ανασύνθεση και τη νέα αποσύνθεση. Το απέναντι χείλος δεν είναι τόσο υποδειγματικό ώστε να προσφέρει σταθερή βάση στην ανασύνθεση, ήτοι στο υπερδόγμα το οποίο εμπεριέχει όλα τα δόγματα που προσφέρονται ως οδηγία για του χάσματος την κάλυψη.
Ο άνθρωπος σε σχέση με το απόλυτο εξακολουθεί να είναι πρωτόγονος. Ο άνθρωπος αδυνατεί να υπερβεί τόσο την κεκτημένη πραγματικότητα όσο και το όραμα μιας πραγματικότητας ανεπίτευκτης. Από τότε που ο άνθρωπος αντιλήφθηκε πως ήταν υποχείριο της μοναξιάς του και της απελπισίας του, άρχισε να μετατρέπεται σε ον πνευματικό: άρχισε να διανοείται εν εξελίξει την πραγματικότητα που βίωνε. Ποιος ο λόγος ύπαρξης ποιημάτων όπου οι λέξεις ξοδεύονται για την ανάδειξη ενός υποχείριου το οποίο πολύ σπάνια διανύει μια βασική πνευματική μετάβαση, μα κι αφότου τη διανύσει αρνείται από το προϋπάρχον να απεξαρτηθεί; Ο ποιητής λοιπόν, όντας συρμένος και διασυρμένος στον εικοστό πρώτο αιώνα, είναι ένα ον διαφορετικό, διότι δεν εκλαμβάνει εαυτό και δεν εκχωρεί νόημα στη δημιουργία του∙ βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς αποκήρυξης του πνεύματος, διακηρύσσοντας την πνευματική κενότητα που δημιουργεί, γιατί το πνεύμα του επανέγκειται μέσω μιας, βδελυρής για την κοινή γνώμη και το κοινό αίσθημα, δυσκολίας: της ποιητικής αποσύνθεσης, η οποία αποσυντίθεται μόνο σαν έχει προηγουμένως συνθέσει, σαν έχει δημιουργήσει, ο ποιητής: σαν έχει καταστήσει την αποσύνθεση σύνθεση, συνθετική μετάβαση.
Χρειάζεται να οριστικοποιήσει λοιπόν κανείς, εάν ο λόγος της ποίησης είναι ομιλία, έκφραση, εμπλοκή ή παρεμβολή, ή τίποτε από όλα αυτά, πριν αρχίσει να επιδεικνύει τα ποιητικά του κάλλη: οι ερμηνευτικές του διεργασίες ολοκληρώνονται στο χρίσμα της δημόσιας τοποθέτησης, πάνω στην προϋπάρχουσα στοίβα δημοσίων τοποθετήσεων.
Αυτό θα ήταν όντως ποιητικό, εάν η ποίηση συντίθετο από αναλαμπές κλίσεων και απόψεων από τις οποίες το ποιητικό όργανο διακατείχετο. Η ποίηση όμως είναι εκθετήρας των αναλαμπών της αυτότητας, εκθετήρας μίας χαμένης υπόθεσης δηλαδή. Η ώση προς το ξεπέρασμά της, ουδόλως η θλίψη ή η θλιβερότητα αδικημένων βλίτων.
Όποιος είναι αρκετά έξυπνος ώστε να γνωρίζει πως πρέπει να αποφεύγει το κούνημα του δάκτυλου, τόσο προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό του, αντικαθιστά το δάχτυλο με μία ποιητική παράταξη, η οποία όσο πιο γοητευτική θεωρείται τόσο πιο δεδομένη ως ποίηση καταχωρίζεται. Η απουσία ποίησης, στον εικοστό πρώτο αιώνα, επαληθεύεται από τέτοιες παρατάξεις: η στήριξη της κεφαλής είναι ευεπίφορη σε στηρίγματα πιο νοσηρά από την απόφαση μίας αδιόρθωτης κλίσης.
Η ερμηνεία της ποίησης δεν αφορά μονομερώς το κείμενο, τα  ποιητικά επιφαινόμενα, μα και την ποίηση ως φαινόμενο. Καθετί επαρκώς τεκμηριωμένο σε επίπεδο θέσης ή άποψης, που αφορά την ποίηση, δεν είναι πάντοτε επαρκώς τεκμηριωμένο ως προς τη φύση της ποιητικής τέχνης. Μία ερμηνευτική μέθοδος, όσο και αν αποτυγχάνει, είναι προτιμότερη και πιο καίρια από τον εντοπισμό μιας συχνής ανυψωτικής μερικότητας, η οποία λειτουργεί ακριβώς όπως ένα placebo. Η ποίηση μολαταύτα εντοπίζεται διαμοιρασμένη στα έργα των ποιητών με ασύμπτωτα πνευματικά συμπτώματα. Γύρω από τους ποιητές βρίσκονται άνθρωποι που γράφουν και διαβάζουν ποιήματα οι οποίοι διέπονται από συμπτώματα οικογένειας, κοινότητας ή  κοινωνίας.
Η ποίηση ως λήμμα και ως αναγνώριση είναι άλλη από την ποίηση που δημιουργήθηκε ή δημιουργείται.  Η κριτική και η ερμηνευτική αξιοποίηση της ποίησης, ως διαδικασία αναδιατύπωσης και εξακρίβωσης ενός ποιητικού προηγουμένου είτε ενός παρελθόντος, τα οποία απλώς και μόνον προβάλλονται στο εγώ και ανταποκρίνονται στα όρια μιας εδρασμένης κατανόησης, αξίζει όσο η σχέση ενός διερμηνέα που κατατοπίζει στο ξέφωτο ενός αρχαιολογικού χώρου κάποιον τουρίστα. Κάθε αποβλεπτική κατανόηση ή μη κατανόηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια κλίση που αποσκοπεί σε καθιέρωση.
Η καθιέρωση έφτασε ως εδώ με τον πιο απλό και γνώριμο τρόπο, με την οικειοποίηση μιας τέχνης την οποία μπορεί να κατακτήσει μόνο καταστρέφοντάς την, μολονότι η καταστροφή της ως απώτερος σκοπός κατέστη αδύνατη.
Η αισθητική ιδεολογία του ποιητικού «πλεονεκτήματος» το οποίο προσφέρει αναπόφευκτα ένα όραμα και έναν ορίζοντα προς εκμετάλλευση, είναι το ανάλογο κάθε ιστορικής, ανθρωπολογικής ή φιλοσοφικής συνείδησης, η οποία προκύπτει από κριτικές διαμορφώσεις που δεν δοκιμάζονται, δεν επιβεβαιώνονται, στο πεδίο δημιουργίας της ποίησης, αλλά στην εξέδρα αποτελεσματικότητας που παράγει κάθε τυποποιημένη (από την πιο συντηρητική ως την πιο ελευθεριάζουσα) εφαρμογή της ερμηνείας ή της κριτικής – η οποία δεν μπορεί να βρίσκεται σε άλλη θέση από εκείνη μέσω της οποίας αναγνωρίζει στην ποίηση εκείνο που της δίνει τη δυνατότητα να κατανοεί ό,τι είχε παλαιότερα κατανοήσει. Αυτοί οι τύποι ερμηνείας και κριτικής λοιπόν, δεν αναγνωρίζουν την ποίηση, ή, δεν αναγνωρίζουν στην ποίηση, τη γνήσια υπονόμευση που την καθιστά ποίηση.
Η νεωτερικότητα που δεσμεύεται στην ποιητική αποτελεί μίμηση ποίησης. Πρόκειται για ακολουθία λέξεων και εκφράσεων που εξαρτώνται από τη ζωή και την ύπαρξη, τόσο όσο η ζωή και η ύπαρξη δεν εξαρτώνται από τις λέξεις και τις εκφράσεις. Η ποίηση γράφεται λόγω ζωής, ουδόλως λόγω προηγούμενης ποίησης. Το πρώτο σκέλος αφορά την αντίληψη και υλοποίηση μιας δημιουργικής αποτελείωσης, το δεύτερο αφορά την έκθεση μιας συναισθηματικής αναγωγής η οποία έχει γεννηθεί από μια δραματική ανάγκη διανεμητικής  κοινοποίησης: η κοινή ποιητική λογική, από το ένα της άκρο ως το άλλο, ενσωματώνει αδιάκοπα στην πραγματικότητά της αποδείξεις καταλληλότητας του ακατάλληλου, σημαντικότητας του ασήμαντου, πραγμάτωσης του απραγματοποίητου.
Με όχημα ένα γνωσιακό υλικό, ανά πάσα στιγμή ο γνώστης καταχράται με δική του ευθύνη κάτι από τον μικρόκοσμο της κοινωνικής του αυτογνωσίας. Εάν δεν υπάρξει αυτός για την ποίηση, ουδείς άλλος δεν μπορεί να υπάρξει, ουδείς διαφορετικός μπορεί να υπάρξει∙ η ποίηση εξαρτάται από τις εξάρσεις της επινοητικώς τυποποιημένης του καλλιέπειας η οποία, με όρους ερμηνευτικής φρόνησης, τον οδηγεί στην εξευτελιστική καθολικότητα ενός εξυπηρετικού νοήματος καθολικότητας.
Η ποίηση αφότου καταστήσει τον ποιητή διαθέσιμο στην αμφισβήτηση, τον καθιστά διαθέσιμο στην αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι, στη μάταιη επαναφορά που εμπλουτίζει το ποιητικώς προκληθέν καθώς τον εξοντώνει με την επικουρία της προσωπικής του, αυθεντικής γλώσσας.
Η κριτική της ποίησης ξεκινά από εκεί όπου ξεκινά η ποίηση∙ από τη μετατόπιση του μηδενός, από τη ρήξη με το άπαν. Κάθε μικρή σημασία φέρει και μια προσδοκία πρόσληψης, όπως συμβαίνει με όσους τζογάρουν παθιασμένα όλη τους τη ζωή ποντάροντας όμως μόνο μικροποσά. Κάθε μικρή σημασία λοιπόν είναι φυσικό και δίκαιο να είναι υπερεκτιμημένη. Η προσποίηση φτάνει στο ζενίθ της όταν τα στοιχεία που διασφαλίζουν την αποδοχή του ποιήματος λούζονται από τον κοινό φωτισμό των πραγμάτων.
Αυτός εδώ ο χρόνος της λευκής επιφάνειας την οποία σημαδεύω με σύμβολα, φέρει την επανάληψη ιδίων αρχικών σχέσεων με εκείνο που πραγματεύθηκα πριν από έτη και εξακολουθώ να πραγματεύομαι με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό προς τη διάσταση και την επικαιρότητά του. 
Τις προϋποθέσεις που κατά κανόνα προβλέπονται ως κριτήρια για την προσέγγιση της ποίησης (την προσέγγιση που γίνεται από μη ποιητές που υπογράφουν ως ποιητές και μη ποιητές που υπογράφουν ως μη ποιητές) τις αντιμετωπίζω ως πωλητήρια. Γι’ αυτό είναι φρόνιμο κάθε φρόνιμος να διαχέει την πίστη του σε άλλου είδους πονήματα και όχι σε ένα κείμενο όπως αυτό εδώ.
Οφείλει κανείς να είναι προσδιορισμένος ως περιεχόμενο πριν ξεκινήσει την προσδιοριστική του εργασία στην ποίηση. Κάθε εργασία που οργανώνεται στο πνεύμα συγχώνευσης και επαληθευσιμότητας στοιχείων που εξαρτώνται εκ προοιμίου από κάποια απόβλεψη η οποία δεν δυσχεραίνει την ίδια την εργασία, είναι ανάξια λόγου. Εάν είναι αξιόλογη, τότε, η ποίηση έχει ρητά υποστασιοποιηθεί και παρέλθει κατά τρόπο ανέκκλητο.
Η, λεγόμενη, κριτική αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι περισσότερο από μια ασήμαντη εξάρτηση, εκείνος που την εφαρμόζει ομολογεί την προκατάληψη της προσωπικής του κατανόησης: κρίνει την ποίηση όπως κρίνει τον εαυτό του. Μπορεί οπωσδήποτε να την κρίνει, είτε επειδή μπορεί οπωσδήποτε να την γράψει, είτε επειδή αποφεύγει να αναστείλει, να θέσει τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση, έστω για μία στιγμή. Τη στιγμή της ποίησης.
Εκείνος, ο ίδιος, όταν διαπιστώσει το περιεχόμενο της προηγούμενης παραγράφου θα ξεκινήσει ευθύς αμέσως να δικαιολογεί τη στάση του μετακυλώντας την «παρρησία» του στην ηθική διάσταση, όπου μπορεί να ξεπλύνει ευκόλως τα λάσπη από πάνω του. Αρκείται στο ξέπλυμα της λάσπης διότι η ηθική διάσταση είναι αρμοστή, ενώ η πνευματική διάσταση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αρμοστή. Εκεί για να ξεπλύνει τη λάσπη του θα είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μόνο λάσπη: ποίηση.
Όπως έχω από καιρό καταδείξει, η ποίηση είναι ένα φαινόμενο πνευματικό και όχι ηθικό∙ υπάρχει ηθική διάσταση στο πνεύμα καθώς και πνευματική διάσταση στο ήθος, εντούτοις αυτές υφίστανται ως παρεμπίπτουσες αναγωγικές προϋποθέσεις που ορίζουν τις μεταξύ τους αμφισβητήσεις, προκαταλήψεις και προβλέψεις.
Το ποίημα δημιουργείται γιατί ο ποιητής παύει να  προκαταλαμβάνεται, παύει να νομιμοποιείται, παύει να προσδιορίζεται. Το ποίημα δημιουργείται όταν ο ποιητής γίνεται και ξαναγίνεται, όταν κάθε κριτήριο παραδίδει την επάρκειά του στο κενό.
Σε άλλες ποιήσεις τα κριτήρια αποτελούν λαβίδες σύλληψης, ερμηνευτικές διανοίξεις, στην ποίηση για την οποία κάνω λόγο, αυτό δεν συμβαίνει, διότι η εν λόγω ανασυστήνεται, από το ξεκίνημά της ως την αυριανή της ανασύσταση, έπεται, ως περιεχόμενο και ως είδος. Το ποίημα αποσπάται από το ευαίσθητο σημείο μιας ενεργούς  αφαίρεσης.
Η ποίηση δεν είναι μια τέχνη διαφορών ή διαφορετικοτήτων, είναι η μέγιστη διαφορά μέσα στο ίδιο πράγμα* – εάν η διαφορά δεν είναι η μέγιστη δεν υφίσταται ποίηση∙ και η μέγιστη διαφορά είναι εκείνη που μοιράζονται οι ποιητές, δεν υπάρχουν παραπάνω από μία μέγιστες διαφορές, όποιος αποδέχεται την ιδέα πως υπάρχουν υποχρεούται να αποδεχθεί πως η ποίηση δεν είναι τέχνη αλλά λέσχη έκφρασης.
Η μετάδοση ενός στίχου είναι τετριμμένη, η μετάδοση ενός περιεχομένου είναι δύσφατη∙ η δεύτερη όμως είναι ποίηση ενώ η πρώτη δεν είναι.
Η ποίηση ως απειρότητα δεν βασίζεται περισσότερο στην επεξεργασία απ’ όσο στην ευρηματικότητα, συνεπώς η εκφραστικότητα δεν υπερβαίνει τον τρόπο: οι εμμένειες δεν διαφέρουν μεταξύ τους όσο διαφορετικά και αν εκφράζονται, διότι τόσο η αφαίρεση όσο και η απορρόφηση του περιεχομένου μάς κατατοπίζουν σχετικά με το άγνωστο κενό της ποίησης – αυτό σημαίνει πως η ποίηση δεν ταυτίζεται παρά μονάχα με εκείνο που δημιουργεί, ουδόλως με εκείνο που προϋπάρχει. Τα όρια της εποπτείας δεν είναι ποτέ σαφή όση «γνώση» και αν τοποθετούν οι γραφιάδες στη διαδικασία μίας ποιητικής «κατάθεσης».
Στην ποίηση τίθεται κάποιο είδος αφαίρεσης ως δίαυλος προς το απόλυτο, δίχως ελπίδα ή αναμονή πρόσληψης: πρόσληψη είναι η δημιουργία. Η ποίηση δεν είναι σύστοιχη με καμιά ιδιαιτερότητα που συνεπάγεται ενσωμάτωση στον ποιητικό λόγο∙ οι ιδιαιτερότητες καταναλώνονται ώστε να προκληθεί ενσωμάτωση του υποκειμενικού κενού με το κενό του απολύτου. Λόγω του ότι ο αντικειμενισμός αποτελεί πεπερασμένο θετικισμό, -ήτοι αποκλείει την έλευση του αναπάντεχου ποιητικού συμβάντος που είναι το ποίημα- δεν υφίστατο, δεν υφίσταται ούτε θα υφίσταται ποίηση αντικειμενικότητας, παρά μόνο ως πρώτη βαθμίδα ενασχόλησης με τα όρια του γραπτού λόγου.
Κάθε προσπάθεια ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στο «ανήκειν» της ποίησης, η οποία δεν υπερβαίνει τα όρια αποδοχής και ερμηνείας της κατάστασης μέσα από την οποία αποπειράται, επιδίδεται στο κατόρθωμα κάποιας ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στην διεύρυνση της εμμένειας η οποία έχει αποκτήσει διαστάσεις ιερής κοσμοδιάστασης.
Η ποίηση από την πλευρά του ποιητή μα και ο ποιητής από την πλευρά της ποίησης, μεταδίδονται πολύ μακριά από την κοιτίδα στην οποία δημιουργούνται, ενεργοποιούν και ενεργοποιούνται αλλού και διαφορετικά – κατά τη μέγιστη διαφορά, ώστε το κλίναμεν να ισορροπεί με την επαλήθευση της ποίησης, με την επανοριοθέτηση του κενού της ποίησης.
Τα τεκμήρια κύρους ή επικύρωσης μιας ποίησης είναι επίσης τεκμήρια της χρονικής περίπτωσης, της ενδοχρονικής εφαρμογής, στίχων κατ’ εκείνο που αποκαλείται υπαρξιακό δεδομένο, κατ’ εκείνο που περιβάλλεται από όσα είθισται να περιβάλλεται η ποιητική χάρη, το θείο δώρο της ποίησης που δεν αποχωρίζεται το νόημα της εκφραστικής ή ερμηνευτικής επιβίωσης: απολογίες υπέρ κάθε πεπερασμένης προσήλωσης που επανατίθενται ακόμη και με τις αρνητικές προφάσεις οι οποίες σε βάθος χρόνου θα αποδειχτούν συναινετικές ως προς τον επιβιωτικό χαρακτήρα του ποιητικού  ιδεώδους: όλα τα φαινόμενα μιας τέτοιας ποίησης συντηρούν την κλίμακα αξιών και επενδύσεων μέχρι κεραίας.
Τα αντίστοιχα της ποίησης, είναι τεκμήρια απώθησης όσων απονέμονται ως ανταμοιβή ή ως εκφραστική απειροποίηση της εμπειρίας αυτής της ζωής, με λίγα λόγια, τα τεκμήριά της ενέχουν ένα φάσμα κενοτήτων.
Τι πιο εύκολο από την πρόκληση ρηγματώσεων στο συμπαγές των ονείρων ή των ψευδαισθήσεων, ειδικότερα των ηθικο-πολιτικών. Για τους πολλούς η ποίηση είναι τρόπος αποδεκτικής μα και αποδεικτικής κατανόησης του κόσμου, διαμεσολάβηση μεταξύ ανθρωπότητας και αντικειμενικότητας της υφηλίου, ο ποιητής διέπεται από τους νοηματικούς ορισμούς των άλλων, οφείλει πρωτίστως να αποδέχεται την υπάρχουσα αντικειμενικότητα ως αντικειμενικότητα, τις μεταβολές αυτής της αντικειμενικότητας ως αντικειμενικότητα. Εντούτοις δεν είναι αυτό το σημείο της ποιητικής εκπήγασης∙ η μέγιστη διαφορά είναι πως ο ποιητής υπάρχει ως οντότητα διαφορετική, δεν επαναλαμβάνει απλώς της ατέλειά του, την τελειοποιεί ως ατέλεια ανεκχώρητη, ως συνέχιση της ποίησης προϋποθέτει μία στάση απίθανη, την οποία χαρακτηρίζω συμμόρφωση προς το κενό: η ποίηση είναι μια μισοπεθαμένη διαύγεια που καταφέρνει να μη λογοδοτεί στον αντικειμενοποιημένο κόσμο μα ούτε και στη σιωπή. 
Βασίζομαι στην ποίηση υπό την έννοια πως δεν ξεπέφτει, δεν καταντά αντικειμενικότητα: οικεία και αποδεκτή μορφή υποκειμενισμού. Υπολογίζω στο χάος για το οποίο είμαι υπεύθυνος στο περιθώριο αυτού του ανόητου κόσμου όπου τα ποιήματα μολονότι γράφονται εν ζωή είναι κατά βάση μεταθανάτια.

Παρίσι 11 Απριλίου 2019


* Βλ. δοκίμιο του 2009 στο «Ανάπτυγμα» (Κουκούτσι 2015).


Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή [Book Press 21-03-2019]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/poihsi-i-alytroti-katagogi-leivadas



















Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία.  
Η ιεροφορία αυτή, εμφανίζεται ανεπίγνωστα ή όχι, κατά κόρον στα έργα όσων πραγματεύονται τα πορίσματα των προσεγγίσεών τους καλυμμένοι από την προστατευτική τήβεννο μιας «ανιερότητας». Η ακατασχετολογία δεν ακμάζει μόνο στους κόλπους του λεγόμενου ορθού λόγου, μα και στους οχετούς της εκλεκτής ουσιολογίας.
Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας, δίνοντας μία δυνατότητα αντιπαραθετικής μελέτης με βάση σύστοιχα ή προκλητά ζητήματα που εμπίπτουν στην κριτική της ποίησης ή, έστω, σε μία αναγκαία ανάθεση ερμηνευτικού καθήκοντος, με σκοπό να ληφθούν διαστάσεις που θα διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στη γνώριμη «ποιητική πραγματικότητα», ήτοι στη φαντασία των υπόλογων για τις όποιες αναθέσεις και εξουσιοδοτήσεις. Εν ολίγοις, το να είναι κανείς ποιητής μπορεί και να αποτελεί διάπραξη εγκλήματος ενάντια στην ποίηση.
Λες και δεν υπάρχει πόνος και κοροϊδία, κάθε τόσο η ανθρωπότητα φορτώνεται και τους εκβιαστές αυτών των δυο. Και μόνο η σκέψη πως δεν υφίστανται ενιαία αισθητικά σύνολα, αδιάσπαστα τεκμήρια στον κόσμο της ανθρώπινης διάνοιας, τα οποία βρίσκονται σε ατελή αναμονή εντοπισμού των χαμένων συμπληρωμάτων τους, αρκεί για να ανακατανέμονται αδιάλειπτα οι ερμηνείες που τρέφουν τη λεγόμενη πολιτισμική μήτρα.
Μεγάλο μέρος των καταδεικτικότερων επισκέψεων στην επικράτεια των ποιητικών προσφορών, αποδεικνύουν πως η  διαπραγματευτικότητα της ποίησης προσφέρεται αφειδώς ως λεία∙ ακόμη και όταν αυτή καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από την επιπόλαιη σκοτεινιά, από τον αυτοκαταναγκασμό των ποιητών να αφήσουν πίσω τους ένα έργο για το οποίο δεν θα υπάρχει τρόπος να μην εκτιμηθεί τουλάχιστον ως ποιητικό διάρπαγμα από τα άδεικτα της αλήθειας.
Το πως η ποίηση κάθε φορά που ανεβαίνει ένα σκαλί προς το αληθινό, υποχρεώνει το πρώτο της βασικό σκαλί σε περαιτέρω καθίζηση, είναι κάτι το οποίο ελάχιστοι παραδέχονται: όσοι ανήκουν, κατά το έργο τους και όχι κατά τον βαθμό της αναγνώρισής τους, στη γενεά των μοναδικών.
Ακριβώς όπως σ’ αυτόν τον κόσμο οι διαμαρτυρόμενοι πλεονάζουν ενώ οι εφαρμοστές λείπουν∙ σ’ αυτό που ευρύτερα ονομάζεται  ποίηση, καμιά αποκάλυψη δεν είναι δυνατή εφόσον δεν έχει γεννηθεί από την απόρριψη των προηγηθέντων κατεστημένων της πόρων. Από την κατάσταση λοιπόν, ουδείς δραπετεύει, μα ακόμη και αν η απόδραση ήτο εφικτή θα ήταν γελοιώδης, πού αλλού μπορεί να βρεθεί κανείς;∙ το ζήτημα, το αυτό, είναι η κατάργηση του υπάρχοντος, ουδόλως η αποφυγή. Κάθε νέα αποκόμιση, δηλαδή, είναι κι ένας επικήδειος πρότερων θέσεων ή πεποιθήσεων∙ η διαύγεια επιτυγχάνεται όταν διακινδυνεύεται η ισορροπία: μετά το δυσχερέστερο του μηδενός η σκέψη και η γλώσσα φαίνεται, σύμφωνα με τα κυκλοφορούνται έργα,  πως δεν λειτουργούν ως παραστάτες της ποίησης μα ως νεκροθάφτες της αλήθειας.
Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής; Τα δεδομένα μας είναι μονίμως ξεπερασμένα, η απελπισία δεν είναι λιγότερο μάταιη από τα αντίθετά της∙ το απόλυτο χαραμίζεται καθώς απορρίπτει κάθε απόπειρα εκμαίευσης νοήματος από τη μοίρα μας.
Ο άνθρωπος κατανοεί την ατομικότητα μέσω αντίστιξης με την καθολικότητα ενός ορισμού, ο οποίος είναι λογικά καταστροφικός: ο εγκωμιασμός της ομορφιάς είναι ή άρνηση του θανάτου, η πραγματικότητα του πνεύματος διέπεται από αναλήθειες. Ο άνθρωπος ατυχής, η μοίρα του επιτυχημένη ως θλιβερή πορεία στην οποία αποδίδεται μονάχα η δική του αγωνία. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας είναι τρομερή μα δεν παύει να είναι ξεκαρδιστική.
Η παραμικρή απόξεση της επιφάνειας του κενού το οποίο τον καθρεφτίζει, επιδεινώνει την κατάστασή του ενώ ταυτόχρονα ευεργετεί τον αιώνιο εξορισμό του μέσα σ’ αυτό. Επομένως δεν υφίσταται άλλη εκπλήρωση εκτός από εκείνη του θανάτου, στον οποίο κορυφώνεται το νόημα της ερμηνείας του είναι. Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.
Ο άνθρωπος αποκτά ευπρέπεια μόνο σαν αναγνωρίσει την εξουσία και την υπεροχή του παραλόγου της φύσης που τον διέπει, το οποίο συχνά επικαλείται ψευδώς ώστε να συνεχίσει την τρομακτική του πορεία προς την τελείωση της γελοιότητάς του, κάτωθεν του ακατάληπτου νοήματος του οποίου η προσπάθεια σύλληψης αποτελεί το μέγιστο όμως τραγελαφικό επίτευγμά του.
Η ύπαρξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής διαστροφής∙ η γέννηση προϋποθέτει τον θάνατο και ο θάνατος προϋποθέτει την ανθρώπινη κατάσταση – εντούτοις μπορεί κανείς απλά να γυρίζει πλευρό έως ότου ξυπνήσει. Το αφηρημένο παράλογο αναστρέφεται και παραιτείται για να αναλάβει το συγκεκριμένο παράλογο, με το συγκεκριμένο να αναστρέφεται και να παραιτείται με τη σειρά του, σε μία αλυσιδωτή μεταβίβαση νοήματος δίχως νόημα. Δεν αρκεί όμως να παίζει κανείς επικινδύνως με τις λέξεις, δεν αρκεί να ανακατεύεται με τις λέξεις, δεν αρκεί να μην ανακατεύει τις λέξεις σ’ αυτό το τραγικό ξέσπασμα διαπιστώσεων που αρκούν μόνο ως την επόμενη συντριβή: με κάθε διανοητική επιζήτηση ο υπαρκτικός πόνος αναζωογονείται.
Η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι παρά μία διαρκής μέθη από το κρασί της υπέρτατης παλινωδίας. Η ανθρωπότητα απλώς οφείλει να παραμένει υπό την επήρεια αυτής της μέθης. Για κάθε απόπειρα απαλλαγής θα απαιτείτο μία εκκίνηση η οποία μοιάζει αφύσικο να πραγματοποιηθεί.
Στην ποίηση τα πάντα αποτελούν είδη υπό εξαφάνιση, τα πάντα εδράζονται μακριά από το πνεύμα των κοινωνιών, παρότι η ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιρροή της καταλήγει σε αυτές και αμβλύνεται, μέσα σε λοιπές πολιτισμικές και πολιτικές συνδιαμορφώσεις, ώστε να φανεί «χρήσιμη».
Ο κοινωνικός κοπαδισμός έχει καταστήσει την ενοχή του κίνητρο της ελευθερίας του: κυρίευση από ανάγκη αναπήδησης, στιγμιαίας ατένισης καθοδόν προς το εξαγνισμένο νεκροταφείο. Πρόκειται για μία  συνέπεια, λοιπόν, η οποία καθιστά τη ζωή ανεκτή γι’ αυτό που δεν είναι, διότι μια άλλη συνέπεια ενέχει τον κίνδυνο να την καταστήσει ανυπόφορη γι’ αυτό που είναι.
Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη: έχει πάρει το μάθημά του∙ μετά την υπεξαίρεση θα νιώσει πραγματικά τι σημαίνει συμπαντική τρομοκρατία, τι σημαίνει πλήρης αναστολή των όρων με τους οποίους βιώνει το πως είναι διανοητικά ζωντανός.
H ευθύνη της ύπαρξης καταλήγει στον άνθρωπο εφόσον έχει μιανθεί από το καλωσόρισμα στη σύμβαση και την υποταγή. Η καταστροφή μας έχει επιτελεστεί με τη γέννηση και η κατάλυσή μας ολοκληρώνεται με μια δυνατότητα άποψης ή κρίσης. Εάν η παρεκτροπή της ύπαρξης είναι ανώφελη, τότε κάθε πίστη εκτός από αποτυχημένη είναι και άδικη. Ο άνθρωπος υποβάλλεται ακόμη και όταν προσπαθεί να επινοήσει τη διέγερσή του μέσα από την αλλοίωση, ακόμη και όταν αλλοιώνεται από τις εκλάμψεις του: ελευθερώνεται μόνο σαν παραιτείται από την ελευθερία του όχι για να παραιτηθεί μα για να αποκαταστήσει το περιεχόμενό της.
Η ποίηση δεν υπερβαίνει απλώς τον χρόνο στον οποίο εμφανίζεται μα και το διανοητικό περιεχόμενο που τη δημιούργησε. Η ουσία της επιστρέφει αντανακλώμενη από τις κενότητες του μέλλοντος που προκαλεί. Το προκλητό της μέλλον, απόδειξη της διάρκειας του θανάτου της, δεν είναι το μέλλον όσων γράφουν «στίχους» ή άλλων, εκείνη η νοσηρή αίσθηση συνέχειας, δηλαδή, η οποία μπορεί να είναι παραγγελμένη, συνταγογραφημένη, όμως δεν είναι αληθινή. Ας εξηγήσω το γιατί.
Η ποίηση, δεν παίζει ρόλο, δεν πραγματοποιεί κάποια νοηματοδότηση, αντιθέτως, προσκομίζει κενότητα στο υπάρχον κενό. Κι αυτό όχι από ανάγκη, από αισθητικό ή πνευματικό εξαναγκασμό, μα επειδή, όντας ποίηση, απολύει το περιεχόμενο από το οποίο διαπνεόταν  ώστε να αποκτήσει εκ νέου περιεχόμενο. Υπ’ αυτούς τους όρους σήμερα η ποίηση είναι μία δυσεύρετη τέχνη η οποία όσο εξελίσσεται τόσο προκαλεί μια αγωγιμότητα προς τους αποδέκτες της η οποία, μέχρι να αναγνωριστεί η σημασία της, βιώνεται ως εξαιρετικά δυσχερής. Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.
Η ποίηση αναμοσχεύεται, διαφοροποιείται, δίχως σταματημό∙ ώστε να γλιτώνει από τις καθηλωτικές, δηλαδή γαληνευτικές, επιδράσεις που γεννά η εξέλιξή της. Αυτό το γλίτωμα φέρνει περισσότερο σε θανατικό παιχνίδι παρά σε διαφυγή από την κατάστασή της∙ και είναι όντως παιχνίδι, ένα παιχνίδι που αρνείται τη διαφυγή καθώς και τα βδελυρά της οφέλη. Αυτό το επισημαίνω εκτός του αισθητικού σχετικισμού, στον οποίο συμπλέουν, ως επί το πλείστον, οι τυπωμένες σελίδες με τους ανθρώπους που γράφουν στίχους, καθώς και οι τυπωμένες σελίδες με εκείνους που τις ξεφυλλίζουν∙ όσα συμβαίνουν στο πεδίο αυτό συμβαίνουν αποκλειστικά σε αυτό. Αναφέρω την προηγούμενη φράση για να δηλωθεί κατά τρόπο ξεκάθαρο πως η περάτωση μίας ποίησης είναι παντελώς αδύνατη καθώς δεν μπορεί να είναι υπαγορεύσιμη, από κάποιο ποιητικό πνεύμα, ούτε να είναι τελειωμένη ως ποιητική τοποθέτηση η οποία ξεπερνά προσωρινά, στιγμιαία, ή έστω περιοδικά, μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα που σφύζει από ηθικά ή και πνευματικά διδάγματα. Κάτι τέτοιο αφορά την ποίηση με την ευρεία της, κωμικο-γλαφυρή χρηστικότητα.
Η ποίηση όσο λιγότερο διαρθρώνεται από τις ιδιότητες κάποιας  ταυτότητας, από πολώσεις και διχοστασίες, τόσο πιο σημαντική είναι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οποίος είναι καθόλα εμπειρικός, αποκτά τα εχέγγυα για να προσεγγίζει το σφάλμα που την αποκαλύπτει ως ποίηση, το οποίο ταυτοχρόνως εκθέτει την κενοδοξία των λογοτεχνικών προνοήσεων που απαιτούν να την καταστήσουν εκδοχή της κοινωνικής παρακμής.
Από τις πρώτες απόπειρες κατατοπιστικής παρουσίασης της οργανικής αντιμετάθεσης, αποσαφήνισα πως η γραπτή και η τυπωμένη ποίηση αποτελούν μία δευτερεύουσα και μία τριτεύουσα, αντιστοίχως,  ολοκλήρωση. Η ποίηση δημιουργείται και δημιουργεί πριν και άνωθεν αυτών των δύο ολοκληρώσεων, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες και αποκαλυπτικές, υφίστανται όμως αλλιώς: δεν διαθέτουν σημείο και όρους επανεκκίνησης όπως η ποίηση∙ μπορεί να μην έχουν παρέλθει, όμως έχουν προέλθει ανεπιστρεπτί.  
Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια∙ αυτό είναι ήδη επισημασμένο σε προηγούμενα δοκίμια, μα εδώ γίνεται ενδεικτικό ενός επιπλέον νοήματος. Η εν λόγω αντιμετάθεση είναι οργανική διότι πρωτίστως αφορά το ποιητικό όργανο, τον ποιητή και όχι τα οργανικά συστατικά που συνθέτουν τη γραφή της. 
Η οργανική αντιμετάθεση αποτελεί εξέλιξη της ποίησης, πρόκειται για  νέα γέννηση στον χώρο της ποιητικής τέχνης, για γέννηση ανολοκλήρωτη. Διέπεται από επόμενες γραφές, παρατηρήσεις και επιδόσεις. Η οργανική αντιμετάθεση είναι αντιφατική και ανακόλουθη προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, και μόνο ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο εξαπάτησης. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αφετέρου.
Η αλήθεια δεν υποθάλπεται τόσο εύκολα όσο ο τρόμος της αλήθειας. Η ακυρολεξία προέρχεται από την ακυροπραξία∙ δεν είναι λίγα τα πτώματα που επιδίδονται σε μεγάλες καριέρες, μήτε λίγοι οι ζωντανοί που ο άθλος τους δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία δημοφιλή έμπνευση.   
Η επικράτεια της ποίησης, εάν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι ως επί το πλείστον μία επικράτεια κενοστεφούς σύνθλιψης, έως ότου διακρίνει κανείς πως η μοναξιά της είναι αφόρητα ειλικρινής.   


Παρίσι, Φεβρουάριος 2019

Αρχειοθήκη ιστολογίου

.