«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση [Book Press 12/01/2019]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas



Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση

Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση.
Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.  
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.
Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.
Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι  επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής  ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.
Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.
Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».  
Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης  ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι  εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.
Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.  
Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή  όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.
Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις  προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».  
Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.
Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.
Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.
Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη  μόνο όταν  οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.
Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν  επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.
Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.   
Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.
Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.   
Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.
Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας  ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.


Παρίσι
Ιανουάριος 2019



Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, πολιτική πράξη και σύμπτωμα (στο Book Press)

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/poiisi-politiki-praksi-kai-symptoma-leivadas?fbclid=IwAR1LddcYLZ-C4DC2Js7FDKYHvx-mYsckiFqOpVBdfPthRNsP1sRs4R7pVlI
Δοκίμιο της 3ης Οκτωβρίου, για τη σύγχυση μεταξύ πολιτικού και ιδεολογικού στοιχείου στην ποίηση, την αξιακή ακυρότητα της πολιτικής διάστασης, τον ρόλο του αισθητικού αναρχισμού και την καθοριστικότητα της μεταφυσικής θέσης.



















Γιάννης Λειβαδάς: Ποίηση, πολιτική πράξη και σύμπτωμα

Εκείνο που έχει θεσπιστεί ως πολιτική πράξη, και ως τέτοιο με τη λογική αναγνωρίζεται, εμπεριέχει πράγματα, ιδιότητες και κρίσεις∙ ταυτόχρονα όμως η πολιτική πράξη εμπεριέχεται στο πολιτικό -ιδεολογικοποιημένο ή μη ιδεολογικοποιημένο- μικροσύμπαν. Η ποίηση εντούτοις, ως τέχνη, σε αυτό το μικροσύμπαν δεν εμπεριέχεται, εκείνη όμως ως φαινόμενο δημιουργικό που είναι, το περιέχει. Η ποιητική πράξη, η ποίηση, όντας εποπτική εμπερικλείει τα πάντα, δίχως όμως να προάγει καθετί και να εξισώνει τα πάντα.
Η έκθεση αυτού του τρίπτυχου θέματος, όπως περιγράφεται στον τίτλο, εξεταζόμενο από της ποίησης την πλευρά, ολοκληρώνεται με ευκολία. Εξεταζόμενο από την πλευρά της πολιτικής, με δυσκολία, ή, για να μιλήσουμε ολόψυχα και αληθινά, δεν εξετάζεται ποτέ (μολονότι συχνά υπεκφυγώς παρουσιάζεται) διότι το ποίημα δεν κρίνεται από το μελάνι με το οποίο γράφτηκε, ούτε από τη θέση που έχει (ή δεν έχει) ο ποιητής μέσα στην κοινωνία.
Από τι είναι χειραφετημένος ο ποιητής; Ακόμη και από τη χειραφέτηση. Ο αφανισμός του δεν τον καθιστά αφανισμένο, διότι δεν είναι τα ποιήματα η υποστολή του. Δεν είναι τα ποιήματα η άνοδός του. Η ποίηση μοιάζει με τεκμηρίωση χασμάτων στο κενό.   
Συνεπώς η γραφή ενός ποιήματος είναι μία πράξη όχι περισσότερο πολιτική από την ολιγόλεπτη απομόνωση ενός ανθρώπου σε ένα αφοδευτήριο, ή από το αυγινό κελάηδισμα του πρώτου κότσυφα σε μία μισοσκότεινη αστική πλατεία. Καθετί είναι πολιτικό, η πολιτική διάσταση της ποίησης όμως, δεν είναι πρωταρχικής σημασίας, η πολιτική της σημασία βρίσκεται χαμηλά, στο σημείο όπου ο αναγνώστης ξεκινά τις πρώτες του επισκέψεις: εκεί όπου τρίβεται η αποφυγή της μεταφυσικής ουσίας με τη διαφυγή από τις δυσμενείς συνάφειες της διάνοιας.   
Επί της (δυσάρεστης) ουσίας, στον βαθμό που η ποίηση εντοπίζεται και αναγνωρίζεται ως τέτοια, παρόλη την ποικιλία και το εύρος των συλλήψεων και των εκφάνσεών της, είναι ένα πράγμα – το άλλο πράγμα, το απολύτως και ανεκκλήτως διαφορετικό πράγμα.
Η επαναληπτικότητα και δη η επαναληπτικότητα των πλέον αναγνωρισμένων «θετικών στοιχείων» ακόμη και υπό τη σκέπη «υβριδισμών» ή «καινοτομιών», αποσυνθέτει τόσο τον προσανατολισμό προς την ποιητική εγκυρότητα, το δημιουργικώς τρωτό της ποίησης, την ακροσφάλειά της∙ όσο και τις διερευνητικές επισκέψεις στις γινωμένες πρωτοπορίες ή τις μέχρι ώρας εξελισσόμενες διακλαδώσεις.
Οι πολιτικο-κοινωνικές επαναφορές, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις περιπλέκονται με τις πολιτισμικές (καθώς εμφανίζονται κατεσταλμένες ακόμη και ως αξιακή κληρονομιά που προέρχεται από έργα αλλοτινών ή σύγχρονων ποιητών – αυτό εξαρτάται από τον βαθμό νοσηρότητας και αδυναμίας), ρυθμίζουν τον άνθρωπο που εμφορείται από μερικότητα,  δηλαδή από την ανάγκη επιβολής, την ανάγκη προαγωγής του σύμφυτου υπαρκτικού ψεύδους, το οποίο υφίσταται για να διακηρύττει ευφραδώς την περιωπή της συλλογικότητάς του.
«Τα πάντα είναι πολιτικά» μόνο όταν δεν αντιλαμβάνεσαι τι άλλο είναι τα πάντα – κι επιπλέον, η ποίηση είναι, μόνο εντός των περιορισμών που κατ’ ανάγκη τίθενται στην αναφορικότητα των κειμένων που αφορούν τη μελέτη και την ψηλάφησή της∙ στην πραγματικότητα (όπως το έχω θίξει  επανειλημμένα) η ποίηση λειτουργεί στο γίγνεσθαι. Δεν περιέχει τίποτα εναρκτήριο και τίποτα καταληκτικό. Ήτοι, πρόκειται για κάτι άκρως απολιτικό.
Εκ των προαναφερθέντων επαναφορών μορφοποιείται και εγκαθίσταται μία μικρή, όμως ιδιότυπη, εξουσία ανάμεσα στις αμέτρητες μικρές ιδιότυπες εξουσίες, διότι ελάχιστα πράγματα σ’ ετούτο τον κόσμο είναι πιο δελεαστικά και ευάρεστα από την άσκηση μιας εξουσίας η οποία συντηρείται στο φόντο ενός σημειωμένου χαρτιού και μιας ταλαιπωρημένης πέννας. Αυτή είναι μία συνέργεια, μεστή και ολοκληρωμένη, με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική εξουσία, κατά τον τρόπο της μεταξύ τους σύμπνοιας και αναγνώρισης, με όρους συμπαιγνίας: κάθε υψηλή εξουσία αναγνωρίζει εικονικά τις χαμηλές εξουσίες ως αντίδραση προς την ίδια, και οι χαμηλές εξουσίες αναγνωρίζουν την αντίδρασή τους προς εκείνη ως κάτι ιδεώδες όντας δικά της κακέκτυπα. Σε ετούτο προσμετράται και μία ακόμη, απολύτως αξιόπιστη, συμβολή, εκείνη της ζωής η οποία ξεπέφτει με ταχείς ρυθμούς ώστε να μην αποτελεί πια εμπόδιο, να μην αποτελεί οργανικό στοιχείο της ποίησης. Οι υποκείμενοι της αισθητικής και της ηθικής εξουσίας είναι υποκείμενοι διότι δεν είναι σε θέση να δημιουργούν, περιορίζονται στις αναπαραγωγές και τις μιμήσεις κατά τον τρόπο που εκείνοι τις ξαναγράφουν, έχοντας γνώση ή όχι αυτής της φρικαλέας επανάληψης.
Τα βαμπίρ, είναι διαρκώς πεινασμένα, καθώς εγείρονται από το πολιτισμικό τους κιβούρι το οποίο είναι το κιβούρι του πολιτισμού στον οποίο ανήκουν και τον οποίο εκπροσωπούν – το κιβούρι αυτό δεν είναι προσωπικό – και αυτό καθιστά τη σαγήνη που ασκεί η ποίηση στα βαμπίρ  κάτι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον.
Δεν υπάρχει αυθεντικότητα και πρωτοτυπία, παρά μία σποραδική αίσθηση επιθυμίας γι’ αυτήν, κι αυτό διότι η «ποίηση», το κοινώς αποδεχόμενο ως ποίηση, δεν είναι παρά ένα υποπροϊόν προερχόμενο από αμέτρητες υποκειμενικές αλλοτριώσεις: τις άτυπες αλλά και τις τυπικές εμπλοκές αμφοτέρωθεν της κοινωνικής αιμοδιψούς θαυματουργίας.
Η «σύγχρονη ποίηση» (με τον χρονικό ορισμό όχι σε διάκριση από την παλαιότερη αλλά ως επί το πλείστον ως  συγκεκριμενοποίηση ενός διευρυμένου παρόντος) τελεί υπό διαρκή και ευφάνταστη ανακεφαλοποίηση∙ η διαλεκτική της, η στοχοθέτησή της, είναι κοινές με εκείνες του καταναλωτικού καπιταλισμού. Διακυβεύματα, ονειροπολήσεις, εντάσεις, επικοινωνίες, ανακυκλώνονται ασταμάτητα και επαναμοίβονται, ισχυροποιώντας άδην την ευδοκιμία του αδόκιμου.
Τέτοιο και τόσο ισχυρό σύστημα υπερδογματικοποίησης ουδέποτε υπήρξε στο παρελθόν – και αυτό με έναν τρόπο γκροτέσκο, καθιστά το παρελθόν πιο ευεργετημένο από το παρόν. Η ενσωμάτωση είναι ακόρεστη και επιτακτική. Οι αντιδραστικές συγχωνεύσεις είναι ισοπεδωτικές, αξιοποιούν και ενισχύουν την προϋπάρχουσα αξιακή κατανομή, χρησιμοποιώντας ακόμη και τα πλέον αποκρουστικά δείγματα, ακριβώς όπως υποδεικνύει το συμπεριληπτικό δόγμα της οικονομικής αγοράς∙ με την «ποίηση της αριστερής πτέρυγας» μάλιστα, να ενδυναμώνει με ζήλο μεγαλύτερο από εκείνον της «δεξιάς», αυτή την επέκταση∙ από την οποία δεν λείπουν οι περιορισμένες αναρχίζουσες (μα ουδόλως αναρχικές, αφού ο αναρχισμός δεν είναι ιδεολογία αλλά ιδέα, ασχέτως της πλήρους κακοποίησης και κιβδηλοποίησής του οι οποίες επικρατούν πια ως τύπος και ουσία του) και  φασίζουσες συμβολές, οι οποίες φροντίζουν για το δικό τους μερίδιο μαρασμού, όντας εντυπωσιακά άτεχνες, αντιγραφικές και παρωχημένες.  
Η εμπορία της «ποίησης» επιτεύχθηκε με τον ψεύτικο πλουραλισμό των φωνών (λες και οι ποιητές είναι ωδικά πτηνά), ο οποίος ως λογική δεν διαφέρει σε τίποτα από τη λογική του καπιταλιστικού πλουραλισμού, μέσω μάλιστα του «προτάγματος» (εδώ αδυνατώ να μην γελάσω και να μην κάνω μία μικρή παύση για να ανάψω τσιγάρο)  της Αριστεράς για «συμμετοχικότητα και πολυφωνία». Με τη συμμετοχικότητα και την πολυφωνία να θεσπίζουν έναν ολοκληρωτισμό συναφειών και πανομοιοτύπων. Κι οι δυο τους αποπειρώνται να υποβαθμίσουν και να αποχαρακτηρίσουν την ποίηση, καθιστώντας την κοινωνικό μαραφέτι.   
Οι λιγότερο ή περισσότερο γνωστές από τις διαμορφωτικές επιρροές που αναπτύσσονται, εξελίσσονται, δεν είναι τυχαίο, ως θετικές προσδοκίες (ακόμη και όταν φέρουν κάποιο στίγμα μελαγχολικό) έτοιμες να καταναλωθούν για πολλοστή φορά ως πεμπτουσίες.
Μία ερμηνεία της ποίησης, -ακόμη και αν στην πραγματικότητα μία  ερμηνεία διασώζεται μόνο λόγω του εκτοπίσματος που διαθέτει ως ατελής κρίση- βασιζόμενη αποκλειστικά στις γνώριμες αναγωγές και τις κατατεθειμένες αισθητικές επιβεβαιώσεις δεν είναι πάντοτε αρκετή, κατ’ ουσία δεν μπορεί να είναι εταστική, δηλαδή δίκαιη, εφόσον εκείνο που αναζητείται ή αναμένεται, σχεδόν ποτέ δεν συνάδει με τις προβλέψεις και τις καταχωρίσεις που διατυπώνουν τα όρια και τις προσδοκίες μίας επιβεβαιωμένης αισθητικής – κάθε αισθητική είναι ρευστή και αμφίλογη, ειδάλλως δεν είναι αισθητική. Ειδάλλως θα μοιάζει με έναν οικτρό ποιητή ο οποίος καταγίνεται με όσα γνωρίζει, μα διόλου με όσα δεν γνωρίζει, θα μοιάζει με έναν ουτιδανό που προσφέρει τις πολύτιμες οδηγίες του. Έως εκεί, ποίηση στο εξής δεν υπάρχει, κι εκείνη η ποίηση που έως εκεί κάποτε υπήρξε, (πράγματι, την εποχή κατά την οποία ξεπερνιούνταν τα τελευταία προσχώματα της δημιουργικής σχετικότητας, ήτοι πριν το μέσο του δέκατου ένατου αιώνα), σήμερα δεν αποτελεί ποίηση, αλλά σύμπτωμα.
Θεωρώ πως τίποτε δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί άπαξ και δεν εντοπιστεί το ακριβές του περιεχόμενο – η αμφισβήτηση του κύρους, του ειδικού βάρους, του ελέγχου και της εξουσίας που ασκεί η κοινωνία και κατά συνέπεια ο πολιτισμός της κοινωνίας (ο οποίος σχέση ουδεμία δεν έχει με κάποιον πολιτισμό της ποίησης, διότι η ποίηση συγκρούεται με τον πολιτισμό και διαθέτει μόνο εν εξελίξει παιδεία/κουλτούρα), όντας εξωτερίκευση μίας αντίδρασης, ως έκφραση κάποιας ενστικτώδους, ή όχι, εναντίωσης, είναι τουλάχιστον αφελής. Κάτι θα πρέπει να έχουμε διδαχθεί από τις διακυμάνσεις και τις αναταραχές που έχουν καταγραφεί στην εξελικτική πορεία των ανθρώπων. Η ποίηση, λοιπόν, δεν είναι εδώ για να κάνει κάτι τόσο μικρό, κάτι τόσο παιδαριώδες.
Η ποίηση δεν εμφανίστηκε για να κάνει τη δουλειά της πολιτικής (η οποία συμπεριλαμβάνει, ας το τονίσω, την ιδεολογική, τη συναισθηματική και την αισθητική πολιτική), μήτε η πολιτική εμφανίστηκε για να κάνει τη δουλειά της ποίησης. Θα συμπληρώσω μάλιστα, ως υπενθύμιση, πως η πρώτη είναι εκ φύσεως εποπτική ενώ η δεύτερη είναι εκ φύσεως εποπτευόμενη.
Μέσα σε αυτό το πλοχμώδες φαινόμενο, αντιδρώντες, εκκαλούντες, εγκαλούμενοι και επιβάλλοντες, διατηρούν μία τέλεια και ανταποδοτική ισορροπία, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ή της «πολιτικής/πολιτικοποιημένης ποίησης».  Για πρώτη φορά στα χρονικά, ο ακαδημαϊσμός και ο αντι-ακαδημαϊσμός συμπίπτουν τόσο βαθιά και τόσο διεισδυτικά ό ένας μέσα στον άλλον. Αυτό το συνταίριασμα λειτουργεί ως επαναστατικό κίνημα, ως διορθωτικό ρεύμα, ως αναθεωρητικό, καινοτόμο φαινόμενο, το οποίο ξεπερνά κάθε προηγούμενο, έχοντας τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του μοντερνισμού και υπερκεράσει τις αντιφατικότητες του μεταμοντερνισμού.
Ο «ποιητής», μέσα στη διαυγή επισημότητα της αλλοτρίωσής του, έφτασε σε σημείο να αισθητικοποιεί την απώλεια πνεύματος, την απόρριψη της τέχνης, τη νοσηρότητα της βεβαιότητάς του, ώστε να επιβιώνει με την ψευδαίσθηση πως είναι αθώος, πως είναι μπαίγνιο του σύμπαντος, πως είναι εντέλει εκείνος ο επίζηλος άνθρωπος.
Όσο για την κοινωνία, αυτή μπορεί να διδάξει κάτι σε όσους υπολογίζουν στην ποίηση να βασιστούν: εξακολουθεί απαράλλακτη μέσω των τόσο ανόμοιων μεταξύ τους περιγραφών και καταγραφών οι οποίες εκπονούνται από το ίδιο της το σύστημα∙ από εξελικτικές δοκιμασίες οι οποίες αδιάκοπα αφαιρούν και προσθέτουν τα ίδια στοιχεία ταυτότητας. Με την ποίηση, μα και δίχως την ποίηση, ουδείς αποκτά γνώση από τη συνάντηση με την ετερότητα, χρειάζεται να αποτελέσει ετερότητα. Η ποίηση είναι δημόσια μόνο σαν έχει δημιουργηθεί από μία προσωπική, πρωτότυπη γλώσσα. Κατά μία έννοια πρόκειται για πλεονασμό. Η ποίηση είναι επιγέννημα της ετερότητας. Εάν συνέβαινε το αντίθετο, τότε το πολιτικό στοιχείο θα μπορούσε να υπάρξει αυτόνομα, δίχως ένα δόγμα σύστασης, αποτελεσματικότητας και εκπλήρωσης. Αυτήν την τριάδα η ποίηση την αψηφά.
Εάν οι φερόμενοι ως ειδήμονες δεν συμφωνούν μεταξύ τους σχετικά με το τι είναι ουσιώδες και τι όχι στην σύγχρονη ποίηση, αυτό έχει να κάνει με το πως δεν συμφωνούν, δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσουν,  σχετικά με το τι είναι στον άνθρωπο ουσιώδες, και πιο ειδικά, σχετικά με το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κάτι ουσιώδες. Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, μετατρέπεται πλαγίως σε βαθιά πολιτικό και βαθιά πολιτισμικό, εφόσον ο άκμονας πάνω στον οποίο καλούνται τα αναπόδεικτα να αποδείξουν, δεν είναι άλλος από την ποίηση.
Ο προβληματισμός -πριν από χρόνια έλεγα ορισμένων, σήμερα λέω ουκ ολίγων- επί της αυθεντικότητας, της πρωτοτυπίας, θα μείνει άλυτος, καθόσον αντιμετωπίζουν και τις δυο με όρους κατοχής ή ιδιοκτησίας και όχι με όρους ποιητικής δημιουργίας: και οι δύο για αυτούς τους ουκ ολίγους, υπόκεινται στην πολιτική της γραφής, ήτοι στη φαντασίωση της ικανότητας δημιουργίας. Αυτό πράγματι   εξυπηρετεί το ποιητικό ιδεολόγημα ενός οράματος κοινού και εκλεκτικά αποδεκτού από εκείνους που ενώ χρειάζεται να αλλάξουν ζωή (διάνοια) εγγράφονται σε λίστες ποιητών και αποκτούν τη δυνατότητα χρήσης ενός κοινωνικού τηλεβόα για να διαδώσουν τα τραυλίσματά τους απλόχερα.
Η επιρροή της κοινωνικής αποσύνθεσης στην ποίηση μοιάζει πια πως είναι εντονότερη και πιο διεισδυτική από εκείνη των πατέρων ή των ανοίκειων προγόνων της ποίησης – πιο τελεσφόρα από εκείνη των σύγχρονων φωστήρων∙ διότι από τη μήτρα αυτής της επιρροής ξεκινούν, σχεδόν όλοι πλέον, να προσεγγίζουν τους προαναφερθέντες: η προσέγγιση αυτή αποτελεί, από το πρώτο κιόλας βήμα, διαστρέβλωση.
Θα υπενθυμίσω σε αυτό το σημείο κάτι το οποίο έχω επίσης, σκιαγραφήσει σε προηγούμενα δοκίμια∙ εκείνο που μοιάζει να λείπει από το ποίημα, ο τρόπος με τον οποίο μοιάζει να απουσιάζει, και το οποίο εμποδίζει τον αναγνώστη να προσεγγίσει ή, παρωθεί τον αναγνώστη να προσεγγίσει, είναι το κλειδί της κοινωνίας που προσφέρει η ποίηση. Κατά συνέπεια πρόκειται για κάτι το οποίο έχει επαγγελθεί ως τίποτα στο οποίο ο αναγνώστης οφείλει να εισχωρήσει. Ποια λοιπόν η πολιτική ή η ανάγκη μίας πολιτικής; Το γεγονός πως εμφανίστηκε ένα είδος που ονομάστηκε «πολιτική ποίηση» ή «πολιτικοποιημένη ποίηση», αφορά την πολιτικοποίηση και την πολιτική, όχι την ποίηση.
Για να γίνει ένας εκκολαπτόμενος ποιητής, ποιητής, οφείλει να αποβάλλει, να απομονώσει, δύο βασικές επιρροές και όχι μία, την επιρροή της δημιουργημένης ποίησης και την επιρροή της κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο οφείλω να διαχωρίσω τις επιρροές που εισάγουν κάποιον στην ποιητική μεθόριο, από εκείνες που ως συντετριμμένες επενέργειες επιρροών οδηγούν κάποιον στη δημιουργία.
Δεν πρόκειται να διαφωνήσω με κανέναν σχετικά με την αδυνατότητα πλήρους επικύρωσης ή πλήρους διάψευσης της ύπαρξης τέτοιων επιρροών, συνεπώς κάθε ανάπτυξη ανάλογων προβληματισμών αποβαίνει ματαιοπονία. Ωστόσο εάν γίνει κανείς προσεκτικός θα διαπιστώσει, στα αντίστοιχα ποσοστά των δημοσιευμένων κειμένων, μία θεαματική και ανεκτόνωτη ομοιότητα, η οποία δεν γίνεται ως εντοπισμένο γεγονός αποδεκτό από του όμοιους, διότι η ομοιότητα αυτή εάν είναι μία φορά «ποιητική» είναι χίλιες φορές πολιτική. Μία τέτοια συνοχή, μια τέτοια «κοινότητα» επιβάλλεται, εφόσον η ετερότητα της ποίησης, η μοναδικότητα και η διαρκής εκτοπιστική της κενότητα, είναι πράγματα τρομακτικά και αδιανόητα.
Η ποίηση δεν ανταποκρίνεται, μολονότι το ποίημα ανταποκρίνεται. Η ποίηση δεν τίθεται, μόνο δημιουργείται, το ποίημα όμως είναι η απάντηση μίας ερώτησης που δεν έχει ακόμα τεθεί.*  
Ο ποιητής είναι ποιητής γιατί εκείνο που έλαβε λειτούργησε στη δική του δημιουργία μόνο σαν μέσα της το κατέστρεψε. Αυτή είναι η τραγική και σαρδόνια αλληλουχία.


Παρίσι, 3 Οκτωβρίου 2018


*Σημ. βλ. θραύσμα δημοσιευμένο το 2013 στο ιστολόγιο του ποιητή και κατόπιν ενσωματωμένο στην κριτική επισκόπηση του τόμου «Η Μεταμοντέρνα Αμερικανική Ποίηση» (Κουκούτσι 2017).

Αρχειοθήκη ιστολογίου

.