«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η σιορανική λογοτεχνία / Γιάννης Λειβαδάς [Book Press 26/09/2019]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/cioran-m-emil-yannis-livadas



















Γιάννης Λειβαδάς
Η Σιορανική λογοτεχνία

«On n'est malheureux que parce qu'on a une idée
trop nette sur le bien et le mal.»
~
«Je ne sais pas si je suis mélancolique.
Je suis un lecteur du langage,
ou plutôt des discours sur la mélancolie,
mais je m'en tiens prudemment à distance.»


Το φιλοσοφικό στοιχείο είναι κατά βάση στοιχείο γλωσσικό, η φιλοσοφία, όταν προκαλεί το νόημα και την λειτουργία της και δεν επισκέπτεται απλώς το υπάρχον φιλοσοφικό υλικό, είναι συνάμα μια νεόδμητη, ή ορθότερα, νεοπαγής λογοτεχνία. Διότι η πρόκληση, η σύνθεση, επιτυγχάνονται μέσω μιας γλώσσας με συγκεκριμένες απαιτήσεις και ακόμη πιο συγκεκριμένες αξίες. Το «φιλο-» εμφορείται και από την τέχνη ενός λόγου.
Πεπεισμένη για έναν αγώνα ρήξεων και αποκαθηλώσεων, η φιλοσοφία αποκτά ιδιότητες λογοτεχνικές, οι οποίες δεν λειτουργούν απλά ως εργαλεία μα ως συντελεστές του φιλοσοφικού της χαρακτήρα.
Διαρκώς ανάμεσα στις διακρίσεις που προσδιορίζουν τη συνοχή και τη διαστολή προϋπαρχόντων τύπων και νέων τύπων, η φιλοσοφία, τουλάχιστον η φιλοσοφία του Σιοράν, ταυτόχρονα με το περιεχόμενό της εκφράζει και ένα είδος αμιγούς γλωσσικής λειτουργίας η οποία φέρει μια παράλληλη διακριτότητα, μια λογοτεχνία, η οποία λειτουργεί ως αισθητικό υπόβαθρο∙ έναν τρόπο ο οποίος επιτρέπει τη σύνθεση μιας συνεκτικής ολότητας, που καθιστά το φιλοσοφικό έργο απαλλαγμένο από γενικούς τύπους και επαναλαμβανόμενα μοτίβα.
Κάθε ισχυρή φιλοσοφική γλώσσα, όπως και η Σιορανική, διατηρεί, τόσο στη διαχρονική της ανάγνωση όσο και στην ουσιολογική της προοπτική, άθικτη μια γλωσσο-αισθητική αυτονομία η οποία στην πραγματικότητα αποτελεί επίσης απόκλιση από τις ακολουθίες του φορμαλισμού, όπως, και με την ίδια πιθανώς ισχύ, λειτουργεί η απόκλιση νοήματος. Η Σιορανική γλώσσα είναι μια γλώσσα απόκλισης, όχι λιγότερο χαρακτηριστική και δριμεία από τον Σιορανικό φιλοσοφικό στοχασμό. Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται καθετί είναι εξαιρετικά πυκνός, οικονομικός, μα διακρίνεται επίσης από ένα γλωσσικό ύφος το οποίο βρίσκεται μακράν πιο κοντά στη λογοτεχνία παρά στη φιλοσοφία. Ο Σιοράν γνώριζε πως η γλώσσα γίνεται πραγματικά φιλοσοφική εφόσον είναι λογοτεχνική, ακόμη και αν η λογοτεχνικότητά της απορρέει αμιγώς από την  προσωπικότητα, το πνεύμα του φορέα της, δίχως να γίνεται επί τούτου λογοτεχνική: η τέχνη του φιλοσοφικού λόγου συντίθεται πρώτιστα από την απαίτηση που έχει ο εκφραστής προς τον εαυτό του, εφόσον αυτός είναι ο πιο ολοκληρωμένος, ήτοι πλέον συντετριμμένος αναγνώστης των ιδεών του. Η γλώσσα άπτεται πρωτίστως ως λογοτεχνία, όχι ως πρόσδοση επικοινωνιακού κύρους∙ ακόμη και αν η λογοτεχνία, στην περίπτωσή μας, λειτουργεί περιορισμένα, σε επίπεδο χαμηλότερο από το φιλοσοφικό, καθότι η δημιουργική και η πνευματική αυταπάτη, -δηλαδή η διττή ουσία του λόγου-  στρέφονται, ούτως ή άλλως και αρχικώς στον ίδιο τον συγγραφέα: τον δημιουργό, τον διανοιγμένο άνθρωπο.
Σύμφωνα με την επανειλημμένη του τοποθέτηση, η συγγραφή ήταν μέσο αποφυγής της αυτοκτονίας το οποίο τον βοηθούσε να υπομένει τη ζωή. Η συγγραφή αυτή όμως, ήταν μια ζωντανή εμπειρία και μεταδόθηκε περισσότερο ως τέτοια παρά ως φιλοσοφική θέση, μολονότι η θέση αυτή στον τομέα της φιλοσοφίας παραμένει έως σήμερα μοναδική. Ο ίδιος είχε σημειώσει πως δεν διέθετε ούτε ταλέντο ούτε ύφος, παρόλα αυτά επέμενε εμφατικά πως η ανατροπή της παγκόσμιας αναισθησίας ξεκινούσε από την αισθητική αποκατάσταση. Πέραν αυτών, ο κατά τον Σιοράν επερχόμενος,  τεκμαιρόμενος, θάνατος της λογοτεχνίας, τέθηκε ικανοποιητικά στις βάσεις του προβληματισμού του για να καταλήξει στη συγκριτική έκλαμψη πως η απουσία της λογοτεχνίας θα μετατρέψει τους ανθρώπους σε ρομπότ – φαινόμενο το οποίο έχουμε ήδη ξεκινήσει να ζούμε με την επικουρία της λογοτεχνίας που δεν διαθέτει ίχνος τέχνης του λόγου. Αυτή η προφητικά διακηρυγμένη του αντίφαση θα εμφανιστεί τουλάχιστον για μία ακόμη φορά ως εκτεταμένη χρήση ύφους, καθώς σημείωσε πως η συγγραφή του θα καθίστατο ιδανική όταν ο ίδιος κατάφερνε να σωπάσει τον ποιητή που έκρυβε μέσα του. Μια ανάλογη παραδοξότητα κορυφώθηκε επίσης στο σημείο όπου εξομολογείται πως τα κείμενά του επιχειρούν να προκαλέσουν αφύπνιση, αφού η γραφή αποτελεί εντέλει υπέρβαση της σχετικότητας, της χρονικότητας και του θανάτου.
Το ένα άκρο, τόσο της (υποχρεούμαι λόγω διαφοράς να πω: αληθινής) λογοτεχνίας όσο και της (υποχρεούμαι ξανά λόγω διαφοράς να πω: αληθινής) φιλοσοφίας, βυθίζεται πάντοτε στη δημιουργική αποτελείωση, στην ολοκλήρωση που γεννά η επί της ουσίας αποτυχία. 
Στην πραγματικότητα ο φιλόσοφος, όπως και ο ποιητής, προσφέρει ένα κείμενο στον αναγνώστη με τη βαρύτητα και τη σημασία που έχει η προσφορά φωνής και λόγου σε ένα πλάσμα το οποίο είναι άφωνο ή ανέκφραστο. Το κείμενο αυτό παίζει τον ίδιο ακριβώς ρόλο που παίζει η απόκτηση μητρικής γλώσσας. Εάν αυτό δεν γίνει κατανοητό, αποδεκτό, η ποίηση μα και η φιλοσοφία δεν παίζουν απολύτως κανέναν ρόλο, δεν συνεισφέρουν το παραμικρό.
Η ανθεκτικότητα του ερωτηματικού κενού που εκκρεμεί μεταξύ προτύπων και επιπλοκών, όσο και μεταξύ παραδοχών και αντιρρήσεων, αποτελεί επίσης γλωσσική λειτουργία: αυτή η ανθεκτικότητα φέρνει σε έναν μηχανισμό του οποίου τα μέρη λειτουργούν άψογα δίχως να είναι ακριβώς κατανοητά μα ο μηχανισμός είναι καθόλα κατανοητός ως επιστέγασμα της ανθρώπινης αδυνατότητας. Ο δημιουργός ξεσκίζεται, καταρρακώνεται απ’ αυτό το ερωτηματικό κενό δίχως να είναι σε θέση να εντοπίσει ή να ερμηνεύσει ικανοποιητικά τόσο το κενό όσο και τη θέση του μέσα σε αυτό. Ο φιλοσοφικός λόγος λοιπόν, μετατρέπεται αυτομάτως σε λογοτεχνικό εφόσον ο διανοητής όσο ψηλαφίζει την ακρίβεια τόσο ψηλαφίζει με ακρίβεια.    
Αυτή η τοποθέτηση μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους όχι ιδιαίτερα ικανοποιητική, για να μην πω απαράδεκτη, εντούτοις δεν υφίσταται σήμερα είδος ή σχολή ανάλυσης της λεγόμενης καθολικότητας, ως αντικειμενικότητα, που να μην υποφέρει από έλλειψη εγκυρότητας ακριβώς επειδή εξακολουθεί να αναπτύσσεται με βάση διακρίσεις οι οποίες εξαρτώνται η μία από την άλλη, αποφεύγοντας την έκθεση στην απεξάρτηση και την επαληθευτική τραγικότητα των τεκμηρίων τους. Στον Σιοράν κάθε φράση μαθητεύει στην, επί της ουσίας και όχι επί της διαπίστωσης, επισφάλεια, όχι μόνο ως φράση φιλοσοφική μα και ως λεκτικό σχήμα που είναι φορέας ανάλογης αισθητικής.
Η Σιορανική γραφή δεν εκπροσωπεί κάποιο ιδεώδες μα μια κρίση ασυμβίβαστη προς την ίδια τη φιλοσοφία καθότι εξάγεται από το ξεπέρασμά της και διατυπώνεται κατά τρόπο, ας πούμε, αποδεκατιστικό. Η Σιορανική γλώσσα είναι πάνω απ’ όλα γεγονός, συντάσσεται ως γεγονός και ως εμπειρική ανάλυση η οποία σημαίνει το περιεχόμενό της με τη χρήση μιας ιδιαίτερης και χαρακτηριστικής «γενετικής», ως προς την αισθητική της εκφορά, η οποία βρίσκεται αδιάλειπτα στο σημείο εκπνοής της και σχεδόν ποτέ δεν διέπεται από εισαγωγική ολοκλήρωση. Τα Σιορανικά κείμενα διαθέτουν μέθοδο κρίσεως και ύφος που ταιριάζουν σε μια νεκροψία. Η γλώσσα τους είναι λογοτεχνική γιατί εμφορείται από το αίσθημα και τη συνείδηση ενός τέλους, μίας οριστικότητας, από το ανικανοποίητο μιας ανεκπλήρωτης ομιλίας, η οποία συμπιέζεται από την παράλληλη βίωση της σιωπής που επιβάλλεται ως γλωσσική «υπερ-αλήθεια». Ο λόγος είναι αναγκαίος για τη διαμήνυση μα την ίδια στιγμή είναι ο μοναδικός τρόπος απόπειρας μεταβίβασης του περιεχομένου της σιωπής.  Η γλώσσα δεν γλιτώνει από τη σιωπή μα και η σιωπή δεν μπορεί να ξεπεράσει τη γλώσσα∙ αυτό στον Σιοράν εκφράζεται με κείμενα θραυσματικά, κατά τρόπο απόλυτο, θα μπορούσε να πει κανείς, αποσπασμένα από μια ανυπόφορη, βασανιστική ροή, γινωμένα από ένα στρεπτό ύφος και μία σύνταξη παιγνιώδη, αποσταθεροποιητική, δημιουργώντας ένα μοναδικό πλαίσιο αναφοράς στο οποίο η φιλοσοφική διατύπωση συμπυκνώνεται ως διαφυγόν νοηματικό υλικό και ουδόλως, ή έστω πολύ σπάνια, ως διασυνδετικό καταστάλαγμα. 
Η φιλοσοφική λογοτεχνία του Σιοράν διαφωτίζει, πρώτα απ’ όλα, σχετικά με το πρόβλημα των επιρροών και των προκαταλήψεων. Ξεπερνά και τα δύο αυτά είδη, τα οποία βλέπουμε πως συχνότατα χρησιμοποιούνται με τον χαρακτήρα πεπερασμένων αποκαταστάσεων και αποκαθηλώσεων, έχοντας μετατρέψει τον τρόπο και το ύφος της γραφής του σε κριτική λόγου η οποία υπερβαίνει το ερμηνευτικό της θεμελίωμα διότι ερείδεται στην κενότητα, στην αυθεντικότητα, δηλαδή, της υπαρξιακής αποτυχίας και ακυρότητας. Στη γνώση, ήτοι στην άρνηση της συγκριτικής εύνοιας και της υποτακτικής «μύησης» μέσω των οποίων, ως επί το πλείστον οι φιλοσοφικοί σχολιαστές μετατρέπονται σε χρήσιμους, -νομιμοποιητικούς, ανεξαρτήτως «ανατρεπτικού» ύφους και ανάλογων θέσεων- φωστήρες.
Η ύπαρξη λογοτεχνίας εντός φιλοσοφίας αποτελεί απόρροια μιας αυθεντίας που δεν σκοπεύει στην αναπαραγωγή της αυθεντικότητά της, κι αυτές οι δυο με τη σειρά τους απορρέουν από την εποπτική μύηση του συγγραφέα. Η λογοτεχνία που εφαρμόζεται, δηλαδή, στη φιλοσοφία του Σιοράν, δεν αποτελεί απλώς εμφατικό ύφος ή καλλιτεχνική διενέργεια εντός της ρύμης του λόγου προς χάρη των λεπτότατων σημείων μιας βασιμότητας. Αντιθέτως, η Σιορανική λογοτεχνία θέτει τον φιλοσοφικό λόγο σε ένα έτερο, μα διόλου υποδεέστερο, επίπεδο κρίσεως, όπου κρίνεται τόσο ο λόγος όσο και το πρόσωπο, ο φιλόσοφος, ο διανοητής, ως φορείς όχι μόνο αιτιολογημένων γνώσεων μα και ενός νέου κύρους, το οποίο συχνά φαντάζει έλλογα αναιτιολόγητο, είτε, σε σχέση με την παράδοση, ανεπιθύμητο.
Ο Σιοράν, ως αντιρρητικός μα και ως εναντιωμένος, δεν αμφισβήτησε μόνο το φιλοσοφικό περιεχόμενο μα και τον καθαυτό φιλοσοφικό λόγο. Τα υποδείγματα της συνολικής φιλοσοφικής θεωρίας, για τον Σιοράν, ανέπτυξαν ποικίλες μεθόδους κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης μα οι σχέσεις αυτών των υποδειγμάτων σταδιακά όλο και περισσότερο εκτίθεντο σε μία αναρρίχηση, τρόπον τινά, ή, εμβάθυνση  απόκλισης, από το νόημα της γλώσσας και της γνώσης.
Η γλώσσα και το περιεχόμενό της, καθώς και η νοηματική της αξία, δύνανται να προσφέρουν χαμερπείς υπηρεσίες ακόμη και όταν  διαμορφώνουν μια πραγματικότητα η οποία επιτρέπει το πέρασμα από τις διεξόδους της μερικότητας στις συμπληρωματικές οικουμενικότητες. Η φιλοσοφία, όπως και η γλώσσα, περνούν πολύ συχνά από το ψηλαφητό σκοτάδι στο πρόσφορο κενό και από το ψηλαφητό κενό στο πρόσφορο σκοτάδι: αυτή είναι μια από τις σαγηνευτικές πτυχές των μιμιδίων, ένας αμίμητος εμπαιγμός.
Ο Σιοράν, όπως ένας μείζων ποιητής, έφερε μνήμη ανεκπλήρωτου περιεχομένου και όχι μνήμη επιλεκτική, κάποιας συνεκτικής ή βοηθητικής ανάδειξης, ή έστω μια μνήμη αναφορών και συμβόλων, όπως το συνηθίζουν οι ελάσσονες ποιητές. Στο περιβάλλον μιας απόλυτης, αξιακής και νοηματοδοτικής βίας, ο λόγος του Σιοράν ήταν κατά βάση ειρηνικός και ατελεύτητος. 
Η πρόσβαση στον διευκρινιστικό λόγο προϋποθέτει την επίκληση και συνάμα τη χρήση ενός λεκτικού ταπεραμέντου, μία ενάργειας δηλαδή, η οποία στηρίζεται περισσότερο στην αμφισβήτηση παρά στην επανεπικύρωση. Οι ερμηνείες δεν αποτελούν υποχρεωτικά ερμηνεία, ακριβώς όπως οι αμφισβητήσεις δεν αποτελούν υποχρεωτικά αμφισβήτηση. Ο Σιοράν διαρκώς ανάμεσα στη σχέση του αντικειμένου της φιλοσοφίας και την ολικότητα του ρόλου της διάνοιας, κατάφερε να εξελίξει ταυτόχρονα μια σημειολογία και μια αφήγηση εκτός συμβολικών συστημάτων και εκτός λογοτεχνικών αξιώσεων∙ επιδόθηκε, θα τολμήσω να πω, στην πρόκληση προσδιορισμού.
Το ερμηνευτικό τέλος, επιτυγχάνεται ακόμη και ως άνοδος σε υψηλότερα πεδία αφαίρεσης, ή σε βαθύτερα πεδία πτώσης – πρόκειται για την ίδια ακριβώς αναλυτική περιεκτικότητα πνευματικής διεργασίας η οποία δημιουργεί λόγο μόνο σαν ξεπερνά τα σημασιολογικά καθώς και τα ιεραρχικά όρια που η ίδια είχε θέσει αποκτώντας την απαιτούμενη διάκριση. Εντοπίζοντας, εν ολίγοις, τον λόγο, καθώς βαθμιαία τον δημιουργεί. Στον πυρήνα αυτής δημιουργίας βρίσκεται η σιορανική λογοτεχνία: μια πλήρης εκκένωση μέσα στην οποία συμβαίνει εκείνο που δύσκολα φαντάζεται κανείς πως είναι δυνατό να συμβεί. Το παρελθόν αποκτά νόημα συνέπειας, το μέλλον αποκτά νόημα αιτίας. Κάθε γνώση που δεν επωμίζεται τη ρήξη, αποτελεί καταστολή, εφόσον η πιο βέβαιη καθολικότητα είναι εκείνη του πόνου.

Παρίσι 2019

ΓιάννηςΛειβαδάς: Η αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι [Book Press 2/6/19]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/autognosiaki-apoksenosi-yannis-livadas




















Στην ποίηση υπάρχουν μόνο προλεγόμενα. Σημειώνω σε χρόνο κατά τον οποίο συμβάλλω, σε χρόνο κατά τον οποίο η μεταβατικότητα  διανύει την απώλεια της υπόστασής της, την απόκτηση νέας υπόστασης και την απώλειά της∙ πως η ποίηση ως γλώσσα εμφορείται από ολότητα: δημιουργείται εκτός μνήμης και απόβλεψης. Το ποίημα βρίσκεται ταυτοχρόνως σε διαρκή απορρόφηση και διαρκή διάχυση. Η ποίηση, δηλαδή, δεν εμπίπτει, εάν εμπίπτει είναι αναμφισβήτητα κάτι δημιουργικά αλλά και ερμηνευτικά, εμμενές.
Επίρρωση της ποιητικής βασιμότητας δεν είναι παρά η διαφώτιση  ενός προσήλυτου. Το χάσμα μεταξύ προσήλυτου και υπερβατικού εκτείνεται, τουλάχιστον, από την αποσύνθεση ως την ανασύνθεση και τη νέα αποσύνθεση. Το απέναντι χείλος δεν είναι τόσο υποδειγματικό ώστε να προσφέρει σταθερή βάση στην ανασύνθεση, ήτοι στο υπερδόγμα το οποίο εμπεριέχει όλα τα δόγματα που προσφέρονται ως οδηγία για του χάσματος την κάλυψη.
Ο άνθρωπος σε σχέση με το απόλυτο εξακολουθεί να είναι πρωτόγονος. Ο άνθρωπος αδυνατεί να υπερβεί τόσο την κεκτημένη πραγματικότητα όσο και το όραμα μιας πραγματικότητας ανεπίτευκτης. Από τότε που ο άνθρωπος αντιλήφθηκε πως ήταν υποχείριο της μοναξιάς του και της απελπισίας του, άρχισε να μετατρέπεται σε ον πνευματικό: άρχισε να διανοείται εν εξελίξει την πραγματικότητα που βίωνε. Ποιος ο λόγος ύπαρξης ποιημάτων όπου οι λέξεις ξοδεύονται για την ανάδειξη ενός υποχείριου το οποίο πολύ σπάνια διανύει μια βασική πνευματική μετάβαση, μα κι αφότου τη διανύσει αρνείται από το προϋπάρχον να απεξαρτηθεί; Ο ποιητής λοιπόν, όντας συρμένος και διασυρμένος στον εικοστό πρώτο αιώνα, είναι ένα ον διαφορετικό, διότι δεν εκλαμβάνει εαυτό και δεν εκχωρεί νόημα στη δημιουργία του∙ βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς αποκήρυξης του πνεύματος, διακηρύσσοντας την πνευματική κενότητα που δημιουργεί, γιατί το πνεύμα του επανέγκειται μέσω μιας, βδελυρής για την κοινή γνώμη και το κοινό αίσθημα, δυσκολίας: της ποιητικής αποσύνθεσης, η οποία αποσυντίθεται μόνο σαν έχει προηγουμένως συνθέσει, σαν έχει δημιουργήσει, ο ποιητής: σαν έχει καταστήσει την αποσύνθεση σύνθεση, συνθετική μετάβαση.
Χρειάζεται να οριστικοποιήσει λοιπόν κανείς, εάν ο λόγος της ποίησης είναι ομιλία, έκφραση, εμπλοκή ή παρεμβολή, ή τίποτε από όλα αυτά, πριν αρχίσει να επιδεικνύει τα ποιητικά του κάλλη: οι ερμηνευτικές του διεργασίες ολοκληρώνονται στο χρίσμα της δημόσιας τοποθέτησης, πάνω στην προϋπάρχουσα στοίβα δημοσίων τοποθετήσεων.
Αυτό θα ήταν όντως ποιητικό, εάν η ποίηση συντίθετο από αναλαμπές κλίσεων και απόψεων από τις οποίες το ποιητικό όργανο διακατείχετο. Η ποίηση όμως είναι εκθετήρας των αναλαμπών της αυτότητας, εκθετήρας μίας χαμένης υπόθεσης δηλαδή. Η ώση προς το ξεπέρασμά της, ουδόλως η θλίψη ή η θλιβερότητα αδικημένων βλίτων.
Όποιος είναι αρκετά έξυπνος ώστε να γνωρίζει πως πρέπει να αποφεύγει το κούνημα του δάκτυλου, τόσο προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό του, αντικαθιστά το δάχτυλο με μία ποιητική παράταξη, η οποία όσο πιο γοητευτική θεωρείται τόσο πιο δεδομένη ως ποίηση καταχωρίζεται. Η απουσία ποίησης, στον εικοστό πρώτο αιώνα, επαληθεύεται από τέτοιες παρατάξεις: η στήριξη της κεφαλής είναι ευεπίφορη σε στηρίγματα πιο νοσηρά από την απόφαση μίας αδιόρθωτης κλίσης.
Η ερμηνεία της ποίησης δεν αφορά μονομερώς το κείμενο, τα  ποιητικά επιφαινόμενα, μα και την ποίηση ως φαινόμενο. Καθετί επαρκώς τεκμηριωμένο σε επίπεδο θέσης ή άποψης, που αφορά την ποίηση, δεν είναι πάντοτε επαρκώς τεκμηριωμένο ως προς τη φύση της ποιητικής τέχνης. Μία ερμηνευτική μέθοδος, όσο και αν αποτυγχάνει, είναι προτιμότερη και πιο καίρια από τον εντοπισμό μιας συχνής ανυψωτικής μερικότητας, η οποία λειτουργεί ακριβώς όπως ένα placebo. Η ποίηση μολαταύτα εντοπίζεται διαμοιρασμένη στα έργα των ποιητών με ασύμπτωτα πνευματικά συμπτώματα. Γύρω από τους ποιητές βρίσκονται άνθρωποι που γράφουν και διαβάζουν ποιήματα οι οποίοι διέπονται από συμπτώματα οικογένειας, κοινότητας ή  κοινωνίας.
Η ποίηση ως λήμμα και ως αναγνώριση είναι άλλη από την ποίηση που δημιουργήθηκε ή δημιουργείται.  Η κριτική και η ερμηνευτική αξιοποίηση της ποίησης, ως διαδικασία αναδιατύπωσης και εξακρίβωσης ενός ποιητικού προηγουμένου είτε ενός παρελθόντος, τα οποία απλώς και μόνον προβάλλονται στο εγώ και ανταποκρίνονται στα όρια μιας εδρασμένης κατανόησης, αξίζει όσο η σχέση ενός διερμηνέα που κατατοπίζει στο ξέφωτο ενός αρχαιολογικού χώρου κάποιον τουρίστα. Κάθε αποβλεπτική κατανόηση ή μη κατανόηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια κλίση που αποσκοπεί σε καθιέρωση.
Η καθιέρωση έφτασε ως εδώ με τον πιο απλό και γνώριμο τρόπο, με την οικειοποίηση μιας τέχνης την οποία μπορεί να κατακτήσει μόνο καταστρέφοντάς την, μολονότι η καταστροφή της ως απώτερος σκοπός κατέστη αδύνατη.
Η αισθητική ιδεολογία του ποιητικού «πλεονεκτήματος» το οποίο προσφέρει αναπόφευκτα ένα όραμα και έναν ορίζοντα προς εκμετάλλευση, είναι το ανάλογο κάθε ιστορικής, ανθρωπολογικής ή φιλοσοφικής συνείδησης, η οποία προκύπτει από κριτικές διαμορφώσεις που δεν δοκιμάζονται, δεν επιβεβαιώνονται, στο πεδίο δημιουργίας της ποίησης, αλλά στην εξέδρα αποτελεσματικότητας που παράγει κάθε τυποποιημένη (από την πιο συντηρητική ως την πιο ελευθεριάζουσα) εφαρμογή της ερμηνείας ή της κριτικής – η οποία δεν μπορεί να βρίσκεται σε άλλη θέση από εκείνη μέσω της οποίας αναγνωρίζει στην ποίηση εκείνο που της δίνει τη δυνατότητα να κατανοεί ό,τι είχε παλαιότερα κατανοήσει. Αυτοί οι τύποι ερμηνείας και κριτικής λοιπόν, δεν αναγνωρίζουν την ποίηση, ή, δεν αναγνωρίζουν στην ποίηση, τη γνήσια υπονόμευση που την καθιστά ποίηση.
Η νεωτερικότητα που δεσμεύεται στην ποιητική αποτελεί μίμηση ποίησης. Πρόκειται για ακολουθία λέξεων και εκφράσεων που εξαρτώνται από τη ζωή και την ύπαρξη, τόσο όσο η ζωή και η ύπαρξη δεν εξαρτώνται από τις λέξεις και τις εκφράσεις. Η ποίηση γράφεται λόγω ζωής, ουδόλως λόγω προηγούμενης ποίησης. Το πρώτο σκέλος αφορά την αντίληψη και υλοποίηση μιας δημιουργικής αποτελείωσης, το δεύτερο αφορά την έκθεση μιας συναισθηματικής αναγωγής η οποία έχει γεννηθεί από μια δραματική ανάγκη διανεμητικής  κοινοποίησης: η κοινή ποιητική λογική, από το ένα της άκρο ως το άλλο, ενσωματώνει αδιάκοπα στην πραγματικότητά της αποδείξεις καταλληλότητας του ακατάλληλου, σημαντικότητας του ασήμαντου, πραγμάτωσης του απραγματοποίητου.
Με όχημα ένα γνωσιακό υλικό, ανά πάσα στιγμή ο γνώστης καταχράται με δική του ευθύνη κάτι από τον μικρόκοσμο της κοινωνικής του αυτογνωσίας. Εάν δεν υπάρξει αυτός για την ποίηση, ουδείς άλλος δεν μπορεί να υπάρξει, ουδείς διαφορετικός μπορεί να υπάρξει∙ η ποίηση εξαρτάται από τις εξάρσεις της επινοητικώς τυποποιημένης του καλλιέπειας η οποία, με όρους ερμηνευτικής φρόνησης, τον οδηγεί στην εξευτελιστική καθολικότητα ενός εξυπηρετικού νοήματος καθολικότητας.
Η ποίηση αφότου καταστήσει τον ποιητή διαθέσιμο στην αμφισβήτηση, τον καθιστά διαθέσιμο στην αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι, στη μάταιη επαναφορά που εμπλουτίζει το ποιητικώς προκληθέν καθώς τον εξοντώνει με την επικουρία της προσωπικής του, αυθεντικής γλώσσας.
Η κριτική της ποίησης ξεκινά από εκεί όπου ξεκινά η ποίηση∙ από τη μετατόπιση του μηδενός, από τη ρήξη με το άπαν. Κάθε μικρή σημασία φέρει και μια προσδοκία πρόσληψης, όπως συμβαίνει με όσους τζογάρουν παθιασμένα όλη τους τη ζωή ποντάροντας όμως μόνο μικροποσά. Κάθε μικρή σημασία λοιπόν είναι φυσικό και δίκαιο να είναι υπερεκτιμημένη. Η προσποίηση φτάνει στο ζενίθ της όταν τα στοιχεία που διασφαλίζουν την αποδοχή του ποιήματος λούζονται από τον κοινό φωτισμό των πραγμάτων.
Αυτός εδώ ο χρόνος της λευκής επιφάνειας την οποία σημαδεύω με σύμβολα, φέρει την επανάληψη ιδίων αρχικών σχέσεων με εκείνο που πραγματεύθηκα πριν από έτη και εξακολουθώ να πραγματεύομαι με τρόπο κάθε φορά διαφορετικό προς τη διάσταση και την επικαιρότητά του. 
Τις προϋποθέσεις που κατά κανόνα προβλέπονται ως κριτήρια για την προσέγγιση της ποίησης (την προσέγγιση που γίνεται από μη ποιητές που υπογράφουν ως ποιητές και μη ποιητές που υπογράφουν ως μη ποιητές) τις αντιμετωπίζω ως πωλητήρια. Γι’ αυτό είναι φρόνιμο κάθε φρόνιμος να διαχέει την πίστη του σε άλλου είδους πονήματα και όχι σε ένα κείμενο όπως αυτό εδώ.
Οφείλει κανείς να είναι προσδιορισμένος ως περιεχόμενο πριν ξεκινήσει την προσδιοριστική του εργασία στην ποίηση. Κάθε εργασία που οργανώνεται στο πνεύμα συγχώνευσης και επαληθευσιμότητας στοιχείων που εξαρτώνται εκ προοιμίου από κάποια απόβλεψη η οποία δεν δυσχεραίνει την ίδια την εργασία, είναι ανάξια λόγου. Εάν είναι αξιόλογη, τότε, η ποίηση έχει ρητά υποστασιοποιηθεί και παρέλθει κατά τρόπο ανέκκλητο.
Η, λεγόμενη, κριτική αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι περισσότερο από μια ασήμαντη εξάρτηση, εκείνος που την εφαρμόζει ομολογεί την προκατάληψη της προσωπικής του κατανόησης: κρίνει την ποίηση όπως κρίνει τον εαυτό του. Μπορεί οπωσδήποτε να την κρίνει, είτε επειδή μπορεί οπωσδήποτε να την γράψει, είτε επειδή αποφεύγει να αναστείλει, να θέσει τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση, έστω για μία στιγμή. Τη στιγμή της ποίησης.
Εκείνος, ο ίδιος, όταν διαπιστώσει το περιεχόμενο της προηγούμενης παραγράφου θα ξεκινήσει ευθύς αμέσως να δικαιολογεί τη στάση του μετακυλώντας την «παρρησία» του στην ηθική διάσταση, όπου μπορεί να ξεπλύνει ευκόλως τα λάσπη από πάνω του. Αρκείται στο ξέπλυμα της λάσπης διότι η ηθική διάσταση είναι αρμοστή, ενώ η πνευματική διάσταση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αρμοστή. Εκεί για να ξεπλύνει τη λάσπη του θα είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μόνο λάσπη: ποίηση.
Όπως έχω από καιρό καταδείξει, η ποίηση είναι ένα φαινόμενο πνευματικό και όχι ηθικό∙ υπάρχει ηθική διάσταση στο πνεύμα καθώς και πνευματική διάσταση στο ήθος, εντούτοις αυτές υφίστανται ως παρεμπίπτουσες αναγωγικές προϋποθέσεις που ορίζουν τις μεταξύ τους αμφισβητήσεις, προκαταλήψεις και προβλέψεις.
Το ποίημα δημιουργείται γιατί ο ποιητής παύει να  προκαταλαμβάνεται, παύει να νομιμοποιείται, παύει να προσδιορίζεται. Το ποίημα δημιουργείται όταν ο ποιητής γίνεται και ξαναγίνεται, όταν κάθε κριτήριο παραδίδει την επάρκειά του στο κενό.
Σε άλλες ποιήσεις τα κριτήρια αποτελούν λαβίδες σύλληψης, ερμηνευτικές διανοίξεις, στην ποίηση για την οποία κάνω λόγο, αυτό δεν συμβαίνει, διότι η εν λόγω ανασυστήνεται, από το ξεκίνημά της ως την αυριανή της ανασύσταση, έπεται, ως περιεχόμενο και ως είδος. Το ποίημα αποσπάται από το ευαίσθητο σημείο μιας ενεργούς  αφαίρεσης.
Η ποίηση δεν είναι μια τέχνη διαφορών ή διαφορετικοτήτων, είναι η μέγιστη διαφορά μέσα στο ίδιο πράγμα* – εάν η διαφορά δεν είναι η μέγιστη δεν υφίσταται ποίηση∙ και η μέγιστη διαφορά είναι εκείνη που μοιράζονται οι ποιητές, δεν υπάρχουν παραπάνω από μία μέγιστες διαφορές, όποιος αποδέχεται την ιδέα πως υπάρχουν υποχρεούται να αποδεχθεί πως η ποίηση δεν είναι τέχνη αλλά λέσχη έκφρασης.
Η μετάδοση ενός στίχου είναι τετριμμένη, η μετάδοση ενός περιεχομένου είναι δύσφατη∙ η δεύτερη όμως είναι ποίηση ενώ η πρώτη δεν είναι.
Η ποίηση ως απειρότητα δεν βασίζεται περισσότερο στην επεξεργασία απ’ όσο στην ευρηματικότητα, συνεπώς η εκφραστικότητα δεν υπερβαίνει τον τρόπο: οι εμμένειες δεν διαφέρουν μεταξύ τους όσο διαφορετικά και αν εκφράζονται, διότι τόσο η αφαίρεση όσο και η απορρόφηση του περιεχομένου μάς κατατοπίζουν σχετικά με το άγνωστο κενό της ποίησης – αυτό σημαίνει πως η ποίηση δεν ταυτίζεται παρά μονάχα με εκείνο που δημιουργεί, ουδόλως με εκείνο που προϋπάρχει. Τα όρια της εποπτείας δεν είναι ποτέ σαφή όση «γνώση» και αν τοποθετούν οι γραφιάδες στη διαδικασία μίας ποιητικής «κατάθεσης».
Στην ποίηση τίθεται κάποιο είδος αφαίρεσης ως δίαυλος προς το απόλυτο, δίχως ελπίδα ή αναμονή πρόσληψης: πρόσληψη είναι η δημιουργία. Η ποίηση δεν είναι σύστοιχη με καμιά ιδιαιτερότητα που συνεπάγεται ενσωμάτωση στον ποιητικό λόγο∙ οι ιδιαιτερότητες καταναλώνονται ώστε να προκληθεί ενσωμάτωση του υποκειμενικού κενού με το κενό του απολύτου. Λόγω του ότι ο αντικειμενισμός αποτελεί πεπερασμένο θετικισμό, -ήτοι αποκλείει την έλευση του αναπάντεχου ποιητικού συμβάντος που είναι το ποίημα- δεν υφίστατο, δεν υφίσταται ούτε θα υφίσταται ποίηση αντικειμενικότητας, παρά μόνο ως πρώτη βαθμίδα ενασχόλησης με τα όρια του γραπτού λόγου.
Κάθε προσπάθεια ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στο «ανήκειν» της ποίησης, η οποία δεν υπερβαίνει τα όρια αποδοχής και ερμηνείας της κατάστασης μέσα από την οποία αποπειράται, επιδίδεται στο κατόρθωμα κάποιας ατομικής ή συλλογικής συμμετοχής στην διεύρυνση της εμμένειας η οποία έχει αποκτήσει διαστάσεις ιερής κοσμοδιάστασης.
Η ποίηση από την πλευρά του ποιητή μα και ο ποιητής από την πλευρά της ποίησης, μεταδίδονται πολύ μακριά από την κοιτίδα στην οποία δημιουργούνται, ενεργοποιούν και ενεργοποιούνται αλλού και διαφορετικά – κατά τη μέγιστη διαφορά, ώστε το κλίναμεν να ισορροπεί με την επαλήθευση της ποίησης, με την επανοριοθέτηση του κενού της ποίησης.
Τα τεκμήρια κύρους ή επικύρωσης μιας ποίησης είναι επίσης τεκμήρια της χρονικής περίπτωσης, της ενδοχρονικής εφαρμογής, στίχων κατ’ εκείνο που αποκαλείται υπαρξιακό δεδομένο, κατ’ εκείνο που περιβάλλεται από όσα είθισται να περιβάλλεται η ποιητική χάρη, το θείο δώρο της ποίησης που δεν αποχωρίζεται το νόημα της εκφραστικής ή ερμηνευτικής επιβίωσης: απολογίες υπέρ κάθε πεπερασμένης προσήλωσης που επανατίθενται ακόμη και με τις αρνητικές προφάσεις οι οποίες σε βάθος χρόνου θα αποδειχτούν συναινετικές ως προς τον επιβιωτικό χαρακτήρα του ποιητικού  ιδεώδους: όλα τα φαινόμενα μιας τέτοιας ποίησης συντηρούν την κλίμακα αξιών και επενδύσεων μέχρι κεραίας.
Τα αντίστοιχα της ποίησης, είναι τεκμήρια απώθησης όσων απονέμονται ως ανταμοιβή ή ως εκφραστική απειροποίηση της εμπειρίας αυτής της ζωής, με λίγα λόγια, τα τεκμήριά της ενέχουν ένα φάσμα κενοτήτων.
Τι πιο εύκολο από την πρόκληση ρηγματώσεων στο συμπαγές των ονείρων ή των ψευδαισθήσεων, ειδικότερα των ηθικο-πολιτικών. Για τους πολλούς η ποίηση είναι τρόπος αποδεκτικής μα και αποδεικτικής κατανόησης του κόσμου, διαμεσολάβηση μεταξύ ανθρωπότητας και αντικειμενικότητας της υφηλίου, ο ποιητής διέπεται από τους νοηματικούς ορισμούς των άλλων, οφείλει πρωτίστως να αποδέχεται την υπάρχουσα αντικειμενικότητα ως αντικειμενικότητα, τις μεταβολές αυτής της αντικειμενικότητας ως αντικειμενικότητα. Εντούτοις δεν είναι αυτό το σημείο της ποιητικής εκπήγασης∙ η μέγιστη διαφορά είναι πως ο ποιητής υπάρχει ως οντότητα διαφορετική, δεν επαναλαμβάνει απλώς της ατέλειά του, την τελειοποιεί ως ατέλεια ανεκχώρητη, ως συνέχιση της ποίησης προϋποθέτει μία στάση απίθανη, την οποία χαρακτηρίζω συμμόρφωση προς το κενό: η ποίηση είναι μια μισοπεθαμένη διαύγεια που καταφέρνει να μη λογοδοτεί στον αντικειμενοποιημένο κόσμο μα ούτε και στη σιωπή. 
Βασίζομαι στην ποίηση υπό την έννοια πως δεν ξεπέφτει, δεν καταντά αντικειμενικότητα: οικεία και αποδεκτή μορφή υποκειμενισμού. Υπολογίζω στο χάος για το οποίο είμαι υπεύθυνος στο περιθώριο αυτού του ανόητου κόσμου όπου τα ποιήματα μολονότι γράφονται εν ζωή είναι κατά βάση μεταθανάτια.

Παρίσι 11 Απριλίου 2019


* Βλ. δοκίμιο του 2009 στο «Ανάπτυγμα» (Κουκούτσι 2015).


Αρχειοθήκη ιστολογίου

.