«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Εναρκτήρια επιλεγόμενα α´


Όταν περιπλανάται κανείς στη λογοτεχνία, ταυτοχρόνως πλανάται διότι και η πιο αχανής ανοιχτωσιά δεν είναι παρά μία διαλογική, εποικοδομητική, συμπαιγνία, ακόμη και σε περιπτώσεις μη φιλογνωσιακής όσο και μη αντιγνωσιακής γραφής.  

Η ποίηση ως έννοια εγχειρίζεται στον αναγνώστη με το προσπέρασμα των διαθέσιμων στοιχείων της και την αναγνώριση νοήματος των μεταβιβάσημων, τα οποία δεν έχουν ακόμη προοριστεί ως ενδεικτικές ή τυπικές παρατυπίες.

Η ποίηση, εάν πράγματι διαρκεί, το καταφέρνει διότι δεν μπορεί από κάποιο σημείο και πέρα, ως έχει, να διαρκέσει. Δημιουργεί νέες αποκαλύψεις. Εμμένω στη διατύπωση αυτή διότι ως επί το πλείστον, στην ποίηση ως έννοια και στο νόημα της ποίησης δεν εξετάζονται οι προεκτάσεις και οι επεκτάσεις, παρά μόνο η υποτέλεια στη συστημική αποδεκτικότητα και τον συστημικό αισθητικό παραδειγματισμό, οι οποίοι αποκτούν μία, παράλληλη με την ποίηση, διαδοχή από προεκτάσεις και επεκτάσεις. Η ποίηση όμως καθίσταται λεκτική λάσπη, πηλός έτοιμος για την πλάση απαιτούμενων αποδεκτικών ειδών, όταν δεν δύναται να συγκριθεί, ήτοι να συγκρουστεί και με το καλό – διότι η σύγκρουση ή η αντιπαράθεση με το κακό είναι προ πολλού διαδραματισμένη, εγγυημένη. Τι εννοείται και από ποιον, καλό ή κακό. Αυτό, σε επίπεδο αποδεκτικότητας, προσιδιάζει με την αυταπάτη πως ζει κανείς με την ποίηση και πως δίχως αυτήν δεν ζει, ενώ στα καθημερινά αποκαλυπτήρια της αλήθειας διαπιστώνει πως με την ποίηση μπορεί να ζήσει αλλιώς ή αλλιώς να μη ζήσει.

Η ποιητική περισυλλογή, όπως το έχω προηγούμενα εκθέσει, εάν είναι παρηγορητική στη βάση κάποιας δικαιωματικής ηθικής, περιορίζεται στην ισχύ της να μπορεί να θεωρείται αποδοτική σύμφωνα με διανοητικές ενέργειες οι οποίες μπορούν να αποδίδονται αποκλειστικά σε αυτή. Αυτό, προσωρινά, το ονομάζω ποιητικώς συμφέρον, μίασμα. Η μεταφορική ισχύς μιας αναφοράς σε κάποιον από τους όρους σύστασης του κόσμου δεν είναι υποχρεωτικά υψηλότερη απ’ ενός ευτελούς πράγματος. Μια επίκληση στον Απόλλωνα δεν αποκλίνει από μια επίκληση σ’ έναν λεμονοστύφτη, η κεντρικότητα της ανάδειξης μιας καθολικής σημασίας δεν αποκλίνει οπωσδήποτε από την κεντρικότητα της ανάδειξης μιας κοινότυπης εκδήλωσης, μιας τολμηρότητας , ας πούμε, στην ανοιχτή αγκάλη της ευρείας αναμονής για κάποια ωφέλιμη τολμηρότητα, που δύναται να αναβιβάσει το όλο φαινόμενο σε λύση ενός προβλήματος που δεν υφίσταται. Εάν υφίστατο ένα τέτοιο πρόβλημα, στη θέση της κατάστασης της ποίησης που είναι η ποίηση δίχως πρόβλημα, τότε το πρόβλημα αυτό θα περιείχε μια πανίσχυρη απελευθερωτική εξουσία και η ποίηση θα ήταν η τέχνη συντήρησης μιας επιτυχημένης, ή έστω σταθερά απελευθερωτικής, ανωτερότητας, μιας αντι-κατάστασης η οποία θα προσδιοριζόταν από πλήρη άρνηση παραδοχής των επόμενων προεκτάσεων και των επεκτάσεων του ποιητικού περιέχοντος: η γλώσσα και η ποίηση θα ήταν ένα και μάλιστα αφηρωισμένο, οριστικά εποπτευμένο τρέχον. Οι λέξεις όμως εξακολουθούν να διευρύνουν τη σχετικότητά τους, αλλάζουν μέσω μιας ολοένα και πιο εμπλουτισμένης, ιθύνουσας απροσδιοριστίας.

Σύμφωνα με την οργανική αντιμετάθεση, η ποίηση διαθέτει έναν ορισμό βάσης, ένα είδος θεμελίου το οποίο, όμως, ανανεώνεται διαρκώς απ’ τους κολαφισμούς του. Οι κολαφισμοί την καθιστούν ποίηση, όχι τα άπειρα είδη ευαισθησίας που αποκτούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο  επικοινωνιακή, εκφραστική ή θεωρητική νομιμότητα και ασφαλώς,  κατά τις υπάρχουσες προεγκρίσεις, αυτονομία. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αντιφατικά και ανακόλουθα προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο ακύρωσης.

Στις ποιήσεις η διάκριση αποτελεί μορφή και έκφραση ενός διακρινόμενου, στην ποίηση η διάκριση αποτελεί κενωτική  υπόσταση ενός περιεχομένου ή, ορθότερα, αποτελείται από μια αυτοαναιρούμενη υπόσταση περιεχομένου το οποίο κατά τούτο και μόνο καθίσταται διακρινόμενο.  

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η ποίηση είναι καταστασιοφόρος, δεν καθορίζεται από τις ψυχικές ή συναισθηματικές στάσεις της λεγόμενης αισθητικής εμπειρίας, διότι και οι δυο τους εξαρτώνται από την οργανική εποπτεία του ποιητή, η οποία κατ’ αυτή τη συνθήκη δεν καθίσταται γνωσιολογική μα πιο αληθινή∙ οι εξαρτήσεις της έχουν αναλυθεί στον καταποντισμό της συνείδησης. Η οργανική αντιμετάθεση καθιστά την εμπειρία της τρέχουσας ποίησης πεπερασμένη και ανάγει την ποιητική δημιουργία σε συνθήκη κενότητας όπου η αντίληψη και η υλοποίηση της ποιητικής τέχνης συνεπάγονται την ευταξία ενός κενού, με το οποίο ο ποιητής αποκτά πρόσβαση στο ακαθόριστο.

Οι ποιήσεις γύρω μας είναι, πάνω απ’ όλα, αντικαταστάσιμες. Η ποίηση δεν είναι. Η άρνηση αναγνώρισης αυτής της αντικαταστασιμότητας είναι άρνηση της ποίησης και η επαλήθευσή της εντοπίζεται στη μη αντικαταστάσιμη φύση της ποίησης. Η διαφορά δεν είναι συγκριτική, είναι αβυσσώδης. Αυτό ισχύει για κάθε ποίηση που διαφέρει από τις ποιήσεις. Πρόκειται για διαφορά ετύμου.

Η ποίηση, όπως ανέφερα στην αρχή του κειμένου, διέπεται από κολαφισμούς, ενώ οι ποιήσεις διέπονται από άλλα πράγματα. Η ποίηση είναι άπαυστη ως αποτυχημένη απόπειρα προσέγγισης του απροσέγγιστου  ενώ οι ποιήσεις αποτυγχάνουν διότι δεν αποπειρώνται μια τέτοια προσέγγιση. Η ποίηση, εν ολίγοις, δεν περιέχει απλώς κάποια γνώση αποτυχίας, είναι αποτυχία∙ οι ποιήσεις δεν διαθέτουν καν γνώση αποτυχίας, την επικαλούνται διότι δεν έχουν γνώση εκείνου που δεν υπάρχει για να προσεγγίσουν ή να το δημιουργήσουν.

Η εκπλήρωση ενός τίποτα είναι ύπαρξη ενός τίποτα εντός της εκπλήρωσης του τίποτα, συνεπώς η προοπτική της διάκρισης, της επίτευξης, της αποδεκτικότητας, επικαιροποιούν συντηρητικά κάτι:  ένα κατασκευασμένο ίχνος αξιοποίησης μιας εκπροσώπησης η οποία με τους παντοίους τρόπους που ορίζουν τον αποδεκτό τρόπο, αυτό-εκπροσωπείται ώστε να αποφύγει την ποίηση∙ το τελείωμα μιας αρχής μετά από ένα τέλος.

Εφόσον κάποιο νόημα, διαρκώς επικαλούμενο, ορίζει την εγγενή πραγματικότητα ενός ποιήματος, το ποίημα αποτελεί ανακοίνωση συνειδητοποίησης ενός κινήτρου, το ποίημα δεν είναι ποίημα. Το ποίημα, σύμφωνα με την κοινή αποδεκτικότητα, είναι λοιπόν «κάτι που είναι όπως το λέω επειδή κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να το πω». Ενώ το ποίημα δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνο που δημιουργώ κατά τον τρόπο που δεν μπορώ να το δημιουργήσω.





Νοέμβριος 2019 - Μάρτιος 2020
Γ. Λ.

Αρχειοθήκη ιστολογίου