«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Στους λαβυρίνθους του μυαλού [Bibliotheque 2020] / Περιοδικό Fractal



Είμαι της άποψης πως ο Ουίλιαμ Μπάροουζ  επιδόθηκε σε  μια λογοτεχνία σε μεγάλο βαθμό αυτοαναιρούμενη, -με την αναίρεσή της να λειτουργεί όμως υποστηρικτικά προς την αισθητική της βασιμότητάς της- και, υπό πολλές έννοιες, περιπτωσιακή. Άλλωστε ο Μπάροουζ υπήρξε επαναπροωθητήρας προηγηθέντων αισθητικών τάσεων∙ «Οπωσδήποτε, η λογοτεχνία για να έχει μέλλον οφείλει τουλάχιστον να συντονιστεί με το παρελθόν και να μάθει να χρησιμοποιεί τεχνικές που έχουν προ πολλού χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική, τη μουσική και τον κινηματογράφο*», τις οποίες αξιοποίησε εκ νέου προσφέροντας μια μοντέρνα κοινωνικο-πολιτική σάτιρα η οποία ανά περιπτώσεις ήταν εντόνως ανενδοίαστη και κειμενογλωσσιακά βλεννώδης.       
Στα καλύτερά του έργα, εκείνα όπου η στοιχειακή ετερογένεια και οι ισχυρισμοί της προτροπής προς μία «αποδραστική» νουθεσία αντικειμενοποιήθηκαν, δεν ήταν αξιολογότερα από τις συνεντεύξεις που κατά καιρούς έδωσε στη διάρκεια της ζωής του. Το θίγω αυτό, όχι για να υποβαθμίσω αυτά τα έργα κατ’ οιονδήποτε τρόπο, μα για να εξάρω τη σημαντικότητα αυτών των συνεντεύξεων σε επίπεδο κοινωνικής αναφορικότητας, πάντοτε σε σχέση με την πολιτικοποιημένη διερμηνεία (έλεγχος-ανασφάλεια-δυστοπία) και την εκπροσώπηση ενός μέρους της λογοτεχνικής γλώσσας, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα∙ ενός δριμέος, κλειστού υποσυστήματος  εξάρσεων και πληροφοριών, πράγματι μοναδικό μα, όπως αποδείχτηκε, ανεπαρκές και ακραία υποδιαιρετικό σε σχέση με τις τροπές και τις μετεξελίξεις της ζωής και της λογοτεχνίας.   
Οι συνεντεύξεις του Ουίλιαμ Μπάροουζ ήταν πιθανώς ισάξιες των συγγραφικών του πονημάτων, εξαιρώντας πάντοτε τα αξιολογότερα έργα του, το «Τζάνκι», το «Γυμνό Γεύμα», και την «Τριλογία της Νόβα»), και κατά πολύ πιο αποφασιστικές και εμπεριστατωμένες. Ήταν εντέλει πιο ενδιαφέρουσες.
Ένας τόμος με συγκεντρωμένες συνεντεύξεις του Ουίλιαμ Μπάροουζ, κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες, από τις εκδόσεις Bibliotheque, σε μετάφραση του Χρίστου Αγγελακόπουλου και του Ιωάννη Τσίρκα, των οποίων η εργασία είναι ιδιαίτερα προσεγμένη σε επίπεδο κειμενικής απόδοσης, με τον δεύτερο επιπλέον ως υπεύθυνο της απαιτητικής φιλολογικής και επιστημονικής επιμέλειας. Οι συνεντεύξεις αντλήθηκαν ως επί το πλείστον από τον τόμο «Burroughs Live» και συμπληρωματικά από το «Conversations with William Burroughs». Η έκδοση συνοδεύεται επίσης από μία εκτενή, κατατοπιστική εισαγωγή.
Δεν έχω στόχο να ξεδιπλώσω εδώ τις πτυχές κάποιας αναθεωρημένης αξιολόγησης για τον ίδιο τον Μπάροουζ και το έργο του, ακριβώς γιατί η έκδοση αυτού του τόμου, καθιστά ανώφελη, πλέον, κάθε τέτοια προαίρεση. Μπορεί εξάλλου κανείς να εγκύψει σ’ αυτές τις συνεντεύξεις δίχως να είναι φανατικός αναγνώστης του Μπάροουζ, κι αυτή είναι μία από τις αρετές αυτής της έκδοσης. Οι συνεντεύξεις αυτές αποκτούν αυτομάτως έναν χαρακτήρα εντελώς προσδιοριστικό, καταλυτικό και, θα τολμούσα να πω, ολοκληρωματικό, καθώς ο Μπάροουζ είχε κάθε λόγο να επιλέγει μίας μακράς διαρκείας επαναφορά στις γνωστές του «preoccupations» ζητημάτων και προσώπων. Σε αυτές, ο Μπάροουζ αποκάλυψε, με άμεσο μα και με έμμεσο τρόπο, –αμβλύνοντας το προφίλ του καταραμένου, του περιθωριακού αποθεραπευτή, το οποίο άλλωστε ήταν φανερά προσχηματικό, υπό την έννοια πως αποτέλεσε το όχημα για τη διασπορά των κειμένων του– το πόσο τυπικός, πολυσυλλεκτικός και εργατικός συγγραφέας ήταν, απολύτως συνεπής στη λογοτεχνική του καριέρα και ακόμη συνεπέστερος στη διαχείριση και προώθηση της μυθοφανταστικής του περσόνας και των αποτόκων της. Μην ξεχνάμε πως επιζητούσε πεισματικά την εισαγωγή του στην Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων, για την κατάκτηση της οποίας χρησιμοποίησε κάθε πρόσφορο μέσο και την οποία αποδέχθηκε πανηγυρικά το 1983.       
Οι αποκρίσεις του συγγραφέα σ’ αυτές τις συνεντεύξεις αποτελούν ένα αυτόνομο μπαροουζικό έργο συντεθειμένο ως μία σχεδόν ευρετηριακή πληθώρα πληροφοριών, στοιχειώδες για την έποψη μίας βραχύβιας παραφυάδας του αμερικανικού μεταμοντερνισμού, λίαν καταδεικτικό για το ποιόν και τις προσβλέψεις του συγγραφέα, μα πάνω απ’ όλα συμπερασματικό για τη διάρθρωση και τις απηχήσεις των βιβλίων του.

*Word Virus (Grove Press 1998) 

Αρχειοθήκη ιστολογίου